Η κωμόπολις Χαψάμανα (Gölköy) των Κοτυώρων του Πόντου

Μαθητές της Ψωμειάδειου Σχολής με τον γυμναστή και τον παιδονόμο χρωμαΗ Χαψάμανα (Gölköy στα τουρκικά) ήταν μεσόγειος κωμόπολη του Πόντου 40 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Κοτυώρων (Ordu). Η Οθωμανική απογραφή του 1876 αναφέρει 926 Έλληνες άρρενες κατοίκους.

Στη «Γεωγραφία του Πόντου» 1896 στην περιφέρεια της συμπεριλαμβανομένων των χωριών Αντούζ, Γεμισκέν, Τάραχτα και Τάμαλαν αναφέρονται 185 ορθόδοξες οικογένειες. Πρόκειται για κεφαλοχώρι της Κοτυωρίτικης ενδοχώρας που αριθμούσε 1200 περίπου κατοίκους, κυρίως Έλληνες, ενώ είχε σχολείο, Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου αλλά και αγορά, η οποία συγκέντρωνε τους κατοίκους των γύρω ορεινών χωριών. Από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, Έλληνες της Χαψάμανας δημιούργησαν παροικίες στην Ρωσία, τα Κοτύωρα, την Σεβάστεια, το Ντιαρμπακίρ και την Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζονταν κυρίως ως τεχνίτες. Τα χρόνια της γενοκτονίας υπέστησαν διωγμούς, εξορίστηκαν στο Ντιαρμπακίρ και στη συνέχεια μέσω Ούρφας της αλλοτινής Έδεσσας έφτασαν στο Χαλέπι, μετά στη Βηρυτό και από εκεί οι λίγοι που επιβίωσαν ήρθαν στην Ελλάδα. Μερικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα Πλατανάκια και στην Καστανούσα του νομού Σερρών, τον Άγιο Αντώνιο και το Λάκκωμα Χαλκιδικής αλλά και αλλού. Σήμερα το Γκιόλκοϊ (Golkoy) είναι μια συνηθισμένη κώμη, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο αξιοθέατο, πλην του αγιάσματος του Αγίου Γεωργίου το οποίο πρέπει να ρωτήσετε για να το βρείτε και του ομώνυμου κάστρου (Golkoy Kalesi) το οποίο βρίσκεται στην συνοικία Καλέ Μαχαλεσί (Kale mahallesi). Τα τείχη του έχουν σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί, ενώ αριστερά της εισόδου σώζεται το pαρατηρητήριο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η λίµνη Ουλού Γκιόλ η οποία βρίσκεται δυτικά και πάνω από την κωμόπολη και μπορείτε να την επισκεφτείτε κυρίως τους θερινούς μήνες. Τα ίχνη των Ελλήνων του Πόντου είναι ακόμα εκεί. Η κωμόπολις Χαψάμανα (Gölköy) των Κοτυώρων του Πόντου
Χαψάμα Κοτυώρων - Golkoy Ordu 1936Τα ελληνικά χωριά της Χαψάμανας (Golkoy).
Στην περιοχή υπήρχαν αρκετά ελληνικά χωριά που είχαν σαν εμπορικό τους κέντρο την Χαψάμανα. Τα κυριότερα ήταν τα εξής:
Τάμαλαν. Ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά κεφαλοχώρια των Κοτυώρων με 1.000 περίπου κατοίκους που διέμεναν στις συνοικίες Γιατάομπα, Κουρούαγατς και Τσουφάν. Στο Τάμαλαν λειτουργούσε η Εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου καθώς και Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο με 200 μαθητές. Μερικοί κάτοικοι από το Τάμαλαν στις αρχές του 20ου αιώνα είχαν δημιουργήσει παροικία στο Ντιαρμπακίρ. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών οι κάτοικοι από το Τάμαλαν εγκαταστάθηκαν στον Λιθότοπο και στο Δίλοφο του νομού Σερρών.  Το χωρίον Τάμαλα των Κοτυώρων του Πόντου (Ποντιακή Ηχώ 1984) - Ευθυμιάδης Πέτρος.
Γκεμισκέν (Gemisken). Σε απόσταση περίπου 7 χιλιομέτρων από το Γκιόλκιοϊ και σε κατεύθυνση προς Μεσουδιέ βρίσκεται το Γκεμισκέν, ένα ορεινό χωριό όπου σήμερα κατοικούν λίγες οικογένειες τούρκων που κατάγονται από τη μικρασιατική ενδοχώρα. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, εδώ ζούσαν 65 περίπου ελληνόφωνες οικογένειες, οι οποίες ασχολούνταν με τη γεωργία, την υλοτομία και κυρίως την κτηνοτροφία. Σήμερα στο χωριό θα δείτε την λίθινη κοινόχρηστη Εγδίν (πέτρινο Γουδί) που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες κάτοικοι στην παλιά υποτυπώδη πλατεία, καθώς και τα ερείπια της Εκκλησίας νότια του οικισμού λίγο μετά το ρυάκι που τον διασχίζει. Οι κάτοικοι του Γεμισκέν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στα Πλατανάκια του νομού Σερρών τον Άγιο Αντώνιο και το Λάκκωμα Χαλκιδικής, αλλά και αλλού. Άλλα ελληνικά χωριά της περιοχής Χαψάμανας ήταν επίσης το Αλίτσιν με 15 οικογένειες , το Γιούτσγκερις με 45 οικογένειες, το Εγρίπελι με 70 οικογένειας, το Μεσέαλαν με 45 οικογένειες, το Ντερέταμ (Ντερένταμ ή Δερέταμ) με 25 οικογένειες, το Περνετζίκ, το Κιζίλτζα Χασάν, το Κουρούαγατς και τα Τάραχτα. Η Χαψάμανα ήταν ίσως το μεγαλύτερο κεφαλοχώρι των Κοτυώρων. Το νέο του όνομα είναι Gölköy και βρίσκεται σε υψόμετρο 800 μέτρων από εδώ περνάει ο κεντρικός δρόμος που συνδέει τα Κοτύωρα με την Μεσουδιέ και στην συνέχεια την Κολώνεια, Γαράσαρη, Νεοκαισάρεια, Τοκάκη και Σεβάστεια. Είναι και αυτός ένας μαρτυρικός δρόμος γιατί οι εξορίες των παραλιακών πόλεων (Κοτύωρα) και χωριών έγιναν από αυτήν την στράτα. Η Χαψάμανα της αρχαιότητας, το σημερινό Γκιόλκιοϊ, βρίσκεται σε μια ορεινή και κατάφυτη περιοχή του νομού Κοτυώρων (Ορντού) στον Πόντο. Πρόκειται για έναν τόπο με ιδιαίτερη φυσική ομορφιά, όπου μέχρι το 1923 υπήρχαν ακμαία ελληνικά χωριά, φορείς μιας μακραίωνης παρουσίας και παράδοσης. Χαψάμα Κοτυώρων - Golkoy Ordu Το φυσικό περιβάλλον, η καθαρή ατμόσφαιρα και η παραδοσιακή διατροφή συνέβαλαν ώστε οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής να συγκαταλέγονται στους μακροβιότερους της χώρας. Στο χωριό ζούσαν περίπου 200 ελληνικές ελληνόφωνες οικογένειες, μέχρι το 1920. Η ζωή των κατοίκων ήταν λιτή αλλά οργανωμένη, με κύριες ασχολίες την κτηνοτροφία και την υλοτομία, ενώ η γεωργική παραγωγή παρέμενε περιορισμένη. Η κτηνοτροφία ήταν κυρίως οικόσιτη, αν και ορισμένοι κάτοικοι διατηρούσαν μεγάλα κοπάδια από αγελάδες, πρόβατα και γίδια. Τα σπίτια του χωριού ήταν συνήθως διώροφα: λιθόκτιστα μέχρι τον πρώτο όροφο και ξυλόκτιστα στο επάνω μέρος. Στο κέντρο της κοινότητας δέσποζε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ενώ εκκλησιαστικά το Γκιόλκιοϊ υπαγόταν στη Μητρόπολη Νεοκαισάρειας. Ιδιαίτερη σημασία δινόταν και στην παιδεία, καθώς λειτουργούσε ελληνικό δημοτικό σχολείο με δύο δασκάλους και περίπου 100 μαθητές. Η μετανάστευση δεν ήταν κάτι άγνωστο στην περιοχή. Πολλοί ντόπιοι αναζητούσαν καλύτερη τύχη στη Ρωσία, όπου εργάζονταν ως εργολάβοι, τεχνίτες ή έκαναν γενικές εργασίες. Άλλοι προτιμούσαν τα Κοτύωρα, τη Σεβάστεια και την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. Ωστόσο όπου και να βρίσκονταν διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τον τόπο τους. Οι πρώτοι πρόσφυγες από το Γκιόλκιοϊ έφτασαν στην Ελλάδα στα τέλη του 1920 μέσω Ρωσίας και εγκαταστάθηκαν στο Λάκκωμα Χαλκιδικής –αρχικά τέσσερις οικογένειες. Όσοι δεν είχαν προλάβει να φύγουν, εξορίστηκαν το 1921 από τις τουρκικές Αρχές μαζί με άλλους Έλληνες των γύρω χωριών. Η πορεία της εξορίας υπήρξε μαρτυρική. Βαδίζοντας επί δύο μήνες μέσα στον βαρύ χειμώνα, πολλοί χάθηκαν καθ’ οδόν. Οι επιζώντες έφτασαν στο Ντιγιάρμπακιρ, όπου παρέμειναν έως το τέλος του 1922. Από εκεί, με τη μεσολάβηση αντιπροσώπων της Κοινωνίας των Εθνών, μεταφέρθηκαν μέσω Ούρφας (αρχαίας Έδεσσας) στο Χαλέπι, τη Βηρυτό και στη συνέχεια στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασαν στα μέσα του 1923. Από αυτούς, δέκα προσφυγικές οικογένειες του Γκιόλκιοϊ εγκαταστάθηκαν στο Λάκκωμα, όμως τελικά μόνο δύο οικογένειες παρέμειναν εκεί μόνιμα. Όπως σημειώνει ο Σάββας Καλεντερίδης στον ταξιδιωτικό οδηγό Ανατολικός Πόντος – Κοτύωρα, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Καρς «Μερικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν επίσης στα Πλατανάκια και στην Καστανούσα Σερρών & τον Άγιο Αντώνιο». Κοτύωρα (Ordu) Ορτού - Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός

Η κωμόπολις Χαψάμανα των Κοτυώρων του Πόντου. Πηγές: • Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού ελληνισμού, «Ιστορία-Λαογραφία-Πολιτισμός», τόμ. 3, σ. 49, εκδ. Μάλλιαρης-Παιδεία. • Σάββας Καλεντερίδης, Ανατολικός Πόντος – Κοτύωρα, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Καρς (2006), Εκδ. Ινφογνώμων. • Ιστότοπος Terra Pontos

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ