Το χωριόν Βεζίνκιοϊ του Κάρς (σημερινό Olculu) του Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη (Μέρος δεύτερο)
Ασχολίες των κατοίκων
Το Βεζίνκιοϊ ήταν το πιο πλούσιο χωριό του νομού Καρς. Είχε μεγάλες εκτάσεις για γεωργία και κτηνοτροφία.
Ωστόσο πολλές φορές πάγωναν τα σιτάρια γιατί δεν πρόφταιναν να ωριμάσουν από την πάχνη του φθινοπώρου. Αυτό παρατηρήθηκε από το 1909 και μετά, λόγω της αλλαγής των κλιματολογικών καιρικών συνθηκών. Εξαιτίας της θεομηνίας αυτής οι κάτοικοι του χωριού, για να επαρκέσει το ψωμί της χρονιάς μέχρι τη νέα εσοδεία, το τρώγανε ανάμεικτο σιτάρι και κριθάρι μαζί. Τότε ακούαμε, εμείς τα παιδία, μεγάλα παράπονα από τους άντρες και κατάρες για εκείνον που έβαλε πρώτος θεμέλιο στο χωριό, Αντίθετα οι γυναίκες έδιναν τις καλύτερες ευχές για τον θεμελιωτή του χωριού. Η ευχή που έδιναν οι γυναίκες ήταν «το χώμαν ατ' να εν' ελαφρόν και να αγιάζ'νε τα στούδα̤ τ’» γιατί η γυναίκα στον Πόντο περνούσε σκληρή και βασανισμένη ζωή, Ήταν υποχρεωμένη να μεταφέρει χόρτα, στάχυα και καυσόξυλα στην πλάτη της και γλύτωσε από το μαρτύριο αυτό. Το χωρίον Βεζίνκιοϊ (Βεζίρκιοϊ) του Κάρς (Β' Μέρος)
Σχετικά με την γεωργία στον Βεζίνκιοϊ.
Είχαν 80.000 στρέμματα. Από αυτά τα 50.000 ήταν για την καλλιέργεια σιτηρών και τα 30.000 στρέμματα για βοσκή. Σε κάθε άτομο αναλογούσαν 35 στρέμματα. Κάθε πέντε χρόνια γινότανε αναδασμός, ανάλογα με την αυξομείωση του πληθυσμού λόγω γεννήσεων και θανάτων. Καλλιεργούσαν δημητριακά, σιτάρι, κριθάρι, βίκο (πουρτσ̌άκ), λινάρι και φακή.
Στρεμματική παραγωγή. Το στρέμμα έβγαζε 250 οκάδες σιτάρι και 400 οκάδες κριθάρι. Η σπορά άρχιζε τον Απρίλιο και πάντοτε μετά το Πάσχα, το θέρος μετά τον 15Αύγουστο. Θέριζαν και αλώνιζαν συγχρόνως. Το αλώνισμα ήταν πολύ δύσκολο, γιατί η πάχνη που έπεφτε τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο εμπόδιζε πολύ το αλώνισμα, που γινότανε με τουκάνες. H σπορά γινότανε με ξύλινα άροτρα και το θέρισμα με κόσες (κερεντία). Την εποχή του θέρους γέμιζαν τα χωριά μας από θεριστάδες, Αρμένιους, τούρκους και Κούρδους. Από το 1910 οι γεωργοί άρχισαν να χρησιμοποιούν θεριστικές και λιχνιστικές μηχανές, αλλά και με αυτές δεν τελείωναν τα βάσανα του γεωργού. Μετά τη σπορά άρχιζε το όργωμα των αγρών για την επόμενη χρονιά. Το όργωμα γινόταν με σιδερένια άροτρα (τα μπλούκ) που τα έσερναν 8-10 ζευγάρια βόδια (τσ̌ορόσ'), γιατί τα μπλουκ όργωναν βαθιά, πιο βαθιά κι από τα σημερινά βενζινάροτρα. Αυτή η δουλειά κρατούσε 30-40 ημέρες, μέχρι τη γιορτή των Αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου). Μετά το όργωμα άρχιζε η συγκομιδή του χόρτου, που διαρκούσε μέχρι τις 15 Αυγούστου. Η εσοδεία του χόρτου ήτανε μεγάλη. Κάθε οικογένεια είχε στη διάθεσή της 5-7 μεγάλες θημωνιές. Το μισό χόρτο προοριζόταν για τα ζώα τους, για τον βαρύ και μεγάλο χειμώνα και το άλλο μισό για πούλημα. Το χορτάρι και το κριθάρι είχαν καλή τιμή, γιατί τα συγκέντρωναν οι μεραρχίες του ιππικού των κοζάκων του Καρς. Το χόρτο αυτό ήταν από τα χωράφια που τα άφηναν για αγρανάπαυση. Ήταν πολύ θρεπτικό για τα ζώα. Πολλές φορές μέσα στα χόρτα εύρισκαν άγριες φράουλες που ήταν πολύ γλυκές.
Το άλεσμα. Το φθινόπωρο, μετά το αλώνισμα, κάθε οικογένεια με 3 αμάξια φορτωμένα με σιτάρι πήγαιναν στους μύλους που ήταν μακριά, για να ετοιμάσουν το αλεύρι της χρονιάς, γιατί το χειμώνα οι νερόμυλοι δεν λειτουργούσαν επειδή δεν υπήρχε νερό (επειδή πάγωναν τα ποτάμια). Για το άλεσμα του σιταριού περίμεναν 8-10 ημέρες, επειδή υπήρχε συνωστισμός. Από το 1908 στο Καρς άρχισαν να λειτουργούν ατμόμυλοι και οι χωριανοί μας ευκολύνθηκαν πολύ. Μπορούσαν να πάνε με έλκηθρα ν' αλέσουν, όταν τους έλειπε το αλεύρι. Στην επιστροφή πολλές φορές τους έπιανε χιονοθύελλα, οπότε ο δρόμος σκεπαζότανε με χιόνια. Τα άλογα όμως και μέσα στο σκοτάδι δεν έχαναν το δρόμο για το χωριό. Οι μεγάλες οικογένειες είχαν "φουργούνα τσετβερίκ" δηλαδή κάρα με 4 άλογα. Με αυτά μετέφεραν τρόφιμα και πόσιμο νερό στα χωράφια. Με αυτά επίσης πήγαιναν στο παζάρι και στα πανηγύρια και όταν ευκαιρούσαν έκαναν και αγώγια. Τον χειμώνα. που το χιόνι και οι πάγοι διατηρούνταν 5-6 μήνες, τα αλογάμαξα τα αντικαταστούσαν τα έλκηθρα (σάγκες). Οικογένεια Ιωάννη Νικοπολιτίδη 1859 Νικόπολις Πόντου Βεζίνκιοϊ Κάρς 1913
Σχετικά με την κτηνοτροφία στο Βεζίνκιοϊ.
Στα λιβάδια, που ήτανε μεγάλης εκτάσεως βόσκανε κοπάδια γιδοπρόβατα, αγελάδες, βόδια, άλογα κ.α.. Τα βοοειδή και τα άλογα έφταναν τις 12.000, τα πρόβατα, τα γίδια και οι αίγες Άγκυρας τις 8.000.
Ορνιθοτροφία. Υπήρχαν 2.000 χήνες (γάζα̤), 2.000 ινδιάνοι (μισίρα̤), 10.000 περιστέρια βοσκής και 6.000 κότες. Κάθε οικογένεια είχε στη διάθεσή της, η μικρή οικογένεια 2-3 ζευγάρια βόδια, 8-10 αγελάδες. 5-10 γίδια, 20-30 πρόβατα, 30-40 κότες και η μεγάλη οικογένεια 6-8 ζευγάρια βόδια, 6-10 άλογα , 20-30 αγελάδες. 20-30 αίγες Αγκύρας. 100-200 πρόβατα και πολλές κότες, χήνες. περιστέρια και κούρκους. Από τα κτηνοτροφικά προϊόντα άλλα έμεναν στο σπίτι για τη συντήρηση της οικογένειας και ένα μεγάλο μέρος το διέθεταν στο εμπόριο και κυρίως το φημισμένο σε όλον τον νομό του Καρς βούτυρο, που ήταν γνωστό με το όνομα "Βεζίνκεϊ μασλό". Στο εμπόριο διαθέταμε και τυριά, κρέατα, μαλλιά και δέρματα. Το 1911 οι Γερμανοί υπήκοοι της Ρωσίας έκαναν στο Βεζίρκιοϊ εργοστάσια (ζαβότ) για την επεξεργασία γάλατος. Σε αυτό παραδινότανε το γάλα για να γίνει βούτυρο και ελβετικό κασέρι (Σετσαρόγια), όμοιο στο μέγεθος με μυλόπετρες. Οι αγελάδες δεν έβγαιναν σε γιαϊλάδες (παρχάρια), γιατί όλη η έκταση του χωριού ήταν γιαϊλάδες και ικανοποιούσαν με το παραπάνω την κτηνοτροφία.
Ύδρευση. Η ύδρευση του γινότανε από το Πορλούχ και από απόσταση 12 χιλιομέτρων. Η κατασκευή του έργου άρχισε το έτος 1887 με λούκια από πλακωτές πέτρες και προχώρησε ως τη μισή απόσταση στην πρώτη φάση. Αποπερατώθηκε το έτος 1908 με προσωπική εργασία των κατοίκων. Οι χωρικοί εκτός από τα υλικά διέθεσαν και χρηματικά ποσά. Η δαπάνη έφτασε τις 75.000 ρούβλια χωρίς να υπολογίζεται η προσωπική εργασία των κατοίκων. Προσφυγικά χωριά του νομού Κιλκίς
Λίμνες. Στο νότιο τμήμα του χωριού και σε απόσταση 8-10 χιλιομέτρων ευρίσκοντο δύο λίμνες. Η μια λεγότανε "Μικρόν Κιόλ”' και είχε έκταση 50 τετραγωνικά χιλιόμετρα και η άλλη "Τρανόν Κιόλ”' και είχε 150 τετραγωνικά χιλιόμετρα Το 1/3 της μεγάλης λίμνης ανήκε στο γειτονικό κούρδικο χωριό Παζαρτζούκ. Και οι δύο λίμνες ήταν χρήσιμες μόνο το καλοκαίρι για το πότισμα και το δρόσισμα των κοπαδιών του χωριού, γιατί μέχρις εκεί έφτανε η βοσκή των ζώων. Από εκει περνούσε και ο δημόσιος δρόμος του Καρς – Ντικορ - Μαχτοβάν. Οι ταξιδιώτες, όσοι είχαν μαζί τους κυνηγετικά όπλα, σταματούσαν στην μεγάλη λίμνη (γκιόλα) και κυνηγούσαν αγριόπαπιες, που ήσαν φημισμένες για το νόστιμο κρέας τους. Επίσης και μέσα στο χωριό μας υπήρχε μια μικρή λίμνη, το «Κιόλ» όπως ήταν γνωστό. Η έκτασή της ήτανε 50 στρέμματα και το βάθος της 2 μέτρα. Χρησίμευε για το πότισμα των ζώων. Τον χειμώνα η λίμνη αυτή πάγωνε τόσο πολύ, ώστε από πάνω περνούσαν κοπάδια, έλκηθρα και τα παιδιά, προτού σκεπαστεί με χιόνι, έπαιζαν διάφορα παιχνίδια και γλιστρούσαν πάνω στον πάγο. Τον χειμώνα έσπαναν τον πάγο και άνοιγαν λούκια για να πίνουν τα ζώα. Την λίμνη την τροφοδοτούσαν τα νερά της βροχής, τα χιόνια όταν έλιωναν και το ρυάκι του χωριού. Πολλές φορές η λίμνη γέμιζε με λάσπη και γι' αυτό στέρευε τον χειμώνα. Κάθε 4-5 χρόνια, το καλοκαίρι, άνοιγαν όρυγμα για να φύγει το νερό, και αφού στέγνωνε, καθάριζαν τη λάσπη με προσωπική εργασία. Η λάσπη αυτή ήταν καλό λίπασμα για τα χωράφια. Πολλές φορές τον χειμώνα στέρευε το νερό της λίμνης και τότε οι χωρικοί έκοβαν το καλοστρωμένο παλιό χιόνι σε μπάλες και το πήγαιναν στους ζεστούς στάβλους, όπου ήταν κλεισμένα τα ζώα. Μέσα στους στάβλους αυτούς είχαν τα λεγόμενα γιαρλίκια Αυτά ήταν 8-10 ενωμένα σανίδια στημένα πλάγια. Στο κάτω μέρος ήταν μια μεγάλη σκάφη, όπου έτρεχε το νερό από τις μπάλες του χιονιού. Από αυτό έπιναν τα ζώα. Αυτό γινότανε τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και στις αρχές του Απριλίου. Κάρς (Γάρς) & Καύκασος. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Συνεχίζεται στο τρίτο μέρος....
Ποντιακοί Οικισμοί: Το χωριό Βεζίνκιοϊ (Βεζίρκιοϊ) του Κάρς (το σημερινό olculu) του Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη. Επιμέλεια κειμένων Δημήτριος Σ. Νικοπολιτίδης.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com
