Κοτύλια. Έναν Κιμισ̌χαναλίδικο χωρίον του Σάββα Πορφ. Παπαδόπουλου.

Ζευγάρι Ελλήνων Αργυρουπολιτών πρίν το 1900Με το όνομα Κοτύλα̤ υπήρχαν τρία ελληνικά χωριά στον Πόντο. Κοτύλα̤ της Κερασούντας, Κοτύλα̤ της Ματσούκας και Κοτύλα̤ της Κιμιόχανάς ή μάλλον των Χερροιάνων, κοντά στον ποταμό Κιλκίτ (Λύκο).

Για το τελευταίο αυτό χωριό έχω γράψει συνοπτικά στην «Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού», των εκδόσεων Μαλλιάρης Παιδεία. Οι Κοτυλέτ' που ήρθαν στην Ελλάδα το 1924 εγκαταστάθηκαν οριστικά στη Λεκά νη (Μούντζινος) Καβάλας, λίγοι στον Κοπανό Νάουσας και άλλοι αλλού. Η οικογένεια Τριαντάφυλλου Συμεωνίδη εγκαταστάθηκε στο χωριό μου Μαυρόβατο Δράμας. Και τούτο, γιατί τέσσερις από τους γιους του είχαν σιδεράδικο «τα̤μερτσ̌ίδικον» στο Καρακούρτ και το 1918 ακολούθησαν τους κατοίκους αυτού του χωριού μέχρι το Καράτσαλι (Μαυρόβατο) Δράμας, όπου αντάμωσαν γονείς και παιδιά, παντρεμένα και ανύπαντρα. Έστησαν μάλιστα και εδώ ταμερτσ̌ίδικον για πάνω από δύο δεκαετίες και το προσωνύμιο της γενιάς τους είναι ταμερτσ̌άντ'. Ο μικρότερος γιος του Τριαντάφυλλου Συμεωνίδη, ο Αβραάμ, ήρθε εδώ παντρεμένος με τη Τσ̌όφα (1902-1989). Χωρίς χήρεψε η θεία Τσ̌όφα (1943). Από το 1964 ήρθε στη γειτονιά του γράφοντος, για να μείνει με το γιο της, Νίκο, ως το θάνατό της, αφού έκλαψε πρωτύτερα τον μεγάλο γιο της, Ανέστη (1924-1962). Στα τελευταία 20 χρόνια της ζωής της έκανε κυρίως παρέα με τη μάνα μου Ευγενί’ τη Πορφίλ' (1909-2000), τις θείες Κερεκή τη Τζ̌αμούς (1890-1989), την Λαμπίρα τη Φίλονος (1898-1991), την Ευδοκία τη Γουνάτ' (1908-1982), από τις οποίες από το 1978 και μετά κατέγραψα πολλή λαογραφική ύλη, της οποίας μόνο ένα μικρό μέρος έχω ήδη δημοσιεύσει. Τώρα θεωρώ σκόπιμο να δώσω στην δημοσιότητα όσα μου είπε και κατέγραψα το 1986 η θεία Τσ̌όφα για τα Κοτύλα̤, την γενέτειρά της. Μικρό μέρος των καταγραφών έχω δημοσιεύσει στο «Αρχείον Πόντου». Αυτήν τη φορά θα δώσω λεπτομέρειες που απεικονίζουν σφαιρικά το εν λόγω ελληνοποντιακό χωριό, αντιπροσωπευτικό θα έλεγα πολλών χωριών της Κιμισ̌χανάς. Βιογραφικά στοιχεία της αφηγήτριας έδωσα στον 1ο τόμο (Τεύχος Α', σελίδα 182) των ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΡΑΚΟΥΡΤ. Θα πρέπει όμως να προσ0έσω και άλλα. Έτσι, μπορώ να πω ότι η γυναίκα αυτή, προικισμένη με ευφυΐα, αν και σχεδόν αγράμματη, είχε το χάρισμα να αφηγείται με χάρη σε ιδίωμα της ποντιακής διαλέκτου που χαρακτηρίζεται από την έντονη προφορά των φθόγγων K (κετσ̌ού), π (πολλά), τ (καρτόλα̤ αντί καρτόφα). Αυτήν την προφορά την διατήρησε 69 χρόνια, ζώντας ανάμεσα σε προερχόμενους από το Καρακούρτ. Διατήρησε επίσης το λεξιλόγιο της σύνταξης και προπαντός την ευγενή συμπεριφορά της. Ας είναι η μνήμη της αιωνία. Κοτύλα̤ (Κοτύλια). Έναν Κιμισ̌χαναλίδικο χωρίον του Σάββα Πορφ. Παπαδόπουλου

Αυτοβιογραφικά
Εγώ εγεννέθα το 1902 σα Κοτύλα τη Κιμισ̌χανάς και είμαι τη Πανάτα τη Γούρονος το κορίτσ', Γαβρεηλάντ' έν' το σόι-ν-εμουν. Τη μάνα μ' έλεγαν ατεν Ανατολή. Εγώ είμαι η όλων η μικρέσσα ας ούλα τ' αδέλφα̤ μ'. Απ' εμέν έμπρ' έταν άλλ' οχτώ: ούλων το τρανόν ο Λάμπον, επεκεί η Κερεκή, ο Χαράλαμπον, η Ραχήλη, ο Γιωρίκας, ο Κώστης, η Παρθένα (...) και τ' αποσπόγγ' εγώ η Ζωή, άμα λένε με Τζόφα. Πώς έντον ατό; Έγκανε με να φώτιζαν εμέ και η δεξαμένε μ' έργεψεν να 'ρχουτουν σην εγγκλεσίαν. Ούσνα έρθεν η δεξαμένε μ' ο ποπάς ερχίνεσεν κ' εφώτιζε με. Αστ' έρθεν η δεξαμένε μ', είπεν, «ντ' εκόλλτσετ'; είπαν «Ζωή». Εκείνε είπεν: «Και εγώ Σοφία θα εκόλλιζα 'τεν!... (Ατέ είχεν κορίτσ' Σοφίαν κι' επέθανεν, Τσ̌όφα έλεεν ατεν). «Αρ', είπεν, να λέτ' ατεν Τσ̌όφα Αέτσ' πα οι γονέοι μ' έλεγαν εμέ «Τσ̌όφα.», άμα εγώ έξερα όλεν την μεσελέν και αδά σην Κοινότηταν εδηλώθα Ζωή. Σα Κοτύλα̤ έζησα είκοσ' χρόνα. Πώς εγεννέθα κ' έρθα, υπάντρεψα, εκειαπέσ' έζησα.  Κοτύλια Χαλδίας Πόντου, Έναν Κιμισχαναλίδικον χωρίον

Το χωρίον Κοτύλα (τοπογραφικά)
Το χωρίον εμουν ας σην Κιμισ̌χανάν (Αργυρούπολην) έτον έναν ημέραν με το ποδάρ', μαναχόν να πας. Ολόερα 'μουν έταν τα χωρία τα τούρκικα: τα Κοτύλα (κι άλλο χαμελά ας σ' εμέτερον το χωρίον) και το Πακι-όν. Τ' άλλα τ' ορωμαίϊκα (τα χωρία) ας εμάς επεΐ μακράν έταν. Ατά έταν: το Μαυραγγέλ', η Τσιμερά, η Μούζενα, η Σίχτ'-Ορμίν και άλλα. Έλεγαμ' ατα καν με τα τραβωδίας:
Επήγα σο Μαυραγγέλ', εσάρεψανε με αγγέλ'.
Επήγα και σο Λερίν, είπανε με «κελπερήν».
Επήγα ση Σίχτ-Ορμίν, εσέβα ση σ̌κύλλ' τ' ορμίν.
Επήγα σο Σταυρίν, ξερόν κι άμον δαβρίν.
Επήγα σον Άεν Φωκάν, έζωσαν εμέ την φοτάν.
Επήγα ση Χάρσεραν, τα λάχανα εχάσ̌ευαν.
Επήγα σο Τζιβιζλούχ, επόζεψα έναν γιζλούχ.
Επήγα σα Μαντρία, τα κορίτσ̌α έταν τρία. 
Ο εις έτον έμοφρος, σ' ομμάτα τ'ς πα 'κ̌ι είχεν φώσ', άλλε έτον μοφριμέντζα, κι ατέ έτον σουμαδεμέντζα, άλλε έτον τσ̌ακλαρία, εμέν είπαν, «ατέν ωρία». Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)

Τοπογραφικά των πέριξ
Ποτάμ' το χωρίον εμουν 'κ̌’ είχ̌εν. Ραχ̌ία είχαμε πολλά. Ας ούλα ψηλόν έτον το ραχ̌ίν τ' έτον σο Πακι-όν μερέαν και κι άλλο μακρά τ' Ερζιγκάς το ραχ̌ίν. Τον καλοκαίρ' πα έλεπαμε το χ̌όν’ απάν' σην τεπέν αθε. Έλεγαμε την τραβωδίαν:
Σ' Ερζιγκάς τα ραχ̌ία, θα τρώγομε τον κρύον
αν αποθάνω, πάτερα, και ντο θ' ευτάς τον βίον.
Ο τόπος εμουν έτον ούλον τ' εκέσ' ραχ̌ίν.
Τα ραχ̌ία γομάτον τεζία και πελίτα.
Ανάμεσα πα τακ-τουκ έταν τ' αρτούτζα.
Απ' ατά τ' αρτούτζα επέναμε έκοφταμε κι' εποίναμε σ̌ελέκ.
Κ' εφέρ'ναμε εθήκ'ναμ' ατα σα μελεσσίδα̤ εμπροστά.
Κι οντές έιβαιναν δονάρ', εκάθουνταν, εγόνευαν απάν' σ' αρτούτζ' άμον κουβάρ'. Κ' έρχουνταν οι ταττάδες εμουν επαίρναν το γουβάν' κ' επέναν εφίν'ναν ατο εκαικά, όθεν εγόνευεν το δονάρ'. Κ' επεκεί έλειφταν τ' έμ' το μερέος, το μουντζούρ'ν ασε, εναξάϊ μέλ' και τα μελεσσίδα έμπαιναν απέσ'. Άλλα τόπα̤ έταν γομάτον αχράδα̤, έναν τόπον «Αχράδα̤ το κιαν» έλεγαμ' α. Έταν και μασούρας, τα στράτας απαδά κ' επεκεί όλον μασούρας. Ήμερα μασούρας, ατά ίνουνταν τρανά κι αχάντα ‘κ̌’ είχαν. Τ' άγρα, τα μικρά, είχαν αχάντα̤ κ' έλεγαμ ατα «κολοκνεθίτας». Έλεγαν οι μανάδες εμουν: -Νέπουτζη, μη τρως ατα, θ' αχαντάεται ο κώλος σ' και θα χαντυλλάεται! Έλεγαν εμας και τ' άλλο: «Οντές φυτεύ'ς τα κρομμύδα̤, γαρή-άγουρος είσαι, 'κ̌ι θα φουτίεις, να μη κάγ'νε τα κρομμύδα̤ τ' 'α φυτρών'νε». Έλεγανε μας οι τρανοί: «Ωρία φουτίζετε. Θα κάγ'νε τα κρομμύδα̤». Το ξύλον εμουν όλον πελίτ' έτον, απ' ατό έκαγαμε. Φουρνόξυλα μανάχον εποίναμε ας σα τεζία.

Οργάνωση του χωριού
Το χωρίον εμουν έτον μέτριον, εκάν εκατόν οσπίτα έταν. Σχολείον είχαμε, με τοι δύ' νομάτ'ς δεσκάλτς. Είχεν έναν πα εγκλεσίαν τη Παναΐας, Αυγουστί' Δεκαπέντε είχαμε το πανοϋρ'. Πρόεραν πα είχαμε σο χωρίον εμουν. Τριάντα χρόνα̤ πρόερας έτον o Τραντάφυλλον τη Ταμερτζάντων, Συμεωνίδης έτον το λαόπ'ν ατ'. Υστέρια ατός έντον πεθερό μ'.

Συμπληρωματικά στοιχεία. Το χωριό είχε δύο ενορίες: Κουτίλ-κιοϊ με την εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων και Μαριάμανα, όπου η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Εξωκκλήσια είχε δύο: των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και των Δώδεκα Αποστόλων. Το 1916 έγινε η εξορία των κατοίκων, από τους οποίους γύρισαν πίσω το 1918 οι 100. Το σημερινό όνομα του χωριού είναι Dibekli.

Σχολική ζωή
Αστ' ένουμ'νε δώδεκα χρονέσσα, επήγα δύο μήνας σο σχολείον. Δέσκαλον είχαμε είναν ας σην Δέραιναν, έλεγαν ατον «o Νίκον ο Δεραινέτες» και ο βοηθόν ατ' έτον ας σην Γαράγαεν. Ατό το χωρίον σουμά έτον. Ατού αστ' επέγναμε το ίδιον την ημέραν επόρ'ναμε κ' εκκλησιάσκουμ'νες. Επέγ'να σο σχολείον και να̤ έναν χαρτίν εδέκαν εμέ, να̤ και έναν κοντύλ'. Ση χώρας τα χαρτία απάν' έμαθα κ' εδέβαζα κ' έγραφτα. Εξέρω και υπογράφτω ισ̌τέ. Τα παιδία τη σχολεί' έιβαιναν απάν' σα δώματα κ' εποίν'ναν γυμναστικήν. Κ' έλεγαν και ποιήματα και τραβωδίας κ' εγώ έμαθα 'τα. Εθυμούμαι καλά το «Παύλος Μελάς». Αγούρ' σα καφενεία 'κ̌' επέγ'ναν, σ' οσπίτα εποίν'ναν παρακάθ'. Ο πεθερό μ' λέει τον γέρον τη Στοδουλάντων τον Γιάννεν σηνός οσπίτ' επήγαμε, «ακείν' το κορίτσ' έναν καλά ψάλλ', 'α λέει μας έναν ποίημαν». Κ' εσέγκανε με και είπ' ατο.
Έλα σπαθί μου, γλήγορα τη μέση μου να ζώσεις,
τ' αδέλφια μας παρηγοριά κι ελευθεριά να δώσεις.
Οπλαρχηγός μας ο Μελάς με το σπαθί στο χέρι,
Στου Κρούμμου τα διάθυρα (;) τον θάνατο μ' ας φέρει.
Τα ευζωνάκια μας περνούν απ' το βουνό και πάνω,
προς τι κι εγώ δεν δύναμαι μαζί τους να πεθάνω;
Βούλγαρον κι αν απαντήσω θα του πάρω την ψυχή
και το αίμα του θα πίνω όπως πίνω το κρασί.
Τι να κάμω η καημένη που 'μαι αλυσοδετή
Και δεν είμαι ελευθέρα για να σύρω το σπαθί.
Εθυμούμαι και άλλα δύο ποιήματα.
α. Φεύγουν οι Βούλγαροι χλομοί και κατατρομαγμένοι
Φοβούνται μήπως τους ευρεί τ' αντάρτικον το βόλι.
Έλα, Δέσποινα, γρήγορα για να μας ευλογήσεις,
στα σώματα τ’ ανταρτικά θεού ευχή να χύσεις.
β. Η ελληνική σημαία είναι άρμα τρομερόν,
μες στο αίμα ζυμωμένη μες στη μέση είναι o σταυρός.
Το σπαθί μου είναι μαύρο έχει ανάγκη να βαφεί
μες στο αίμα των Βουλγάρων κι ύστερα να δοξασθεί.

Λεξιλόγιο
1. Αυτοβιογραφικά. τ'αποσπόγγ' = το στερνοπαίδι, μεσελέ = υπόθεση.
2. Το χωρίον Κοτύλα̤. επεΐ = αρκετά, εσάρεψανε = περικύκλωσαν, κελπερή = σιδερένιο φτυάρι φούρνου, φοτά = είδος γυναικείας ποδιάς, εχάσ̌ευαν = ζεματούσαν, επόζεψα = μετέτρεψα σε ψιλά, γιζλούχ = κόκκινο (φλουρί), έμοφρος αντί έμορφος = όμορφος, μοφριμέντζα = (πιθα νόν) ομορφοφτιαγμένη, τσ̌ακλαρία = γαλανομάτα, ωρία = φύλαξε.
3. Τοπογραφικά των πέριξ. Ερζιγκά, αντί Ερζιγκιάν = πόλη της Ανατολής με πολλούς Αρμένιους, τότε, και λίγους, αλλά δυναμικούς Έλληνες, τεζία = πεύκα, πελίτα = βελανιδιές, τακ- τουκ = πότε-πότε, αρτούτζα = αγριοκυπαρίσσια, σ̌ελέκ' = φόρτωμα, ζαλίκι, έιβαιναν, αντί έβγωναν = έβγαιναν, δονάρ' = νέο σμήνος μελισσών, εγόνευαν = επικάθονταν, γουβάν' κυψέλη, τ' έμ' = τ' εμπροστά = εμπρός, μουντζούρ' = μύτη, αχράδα̤ = αγριάπιδα, μασούρας = αγριοτριανταφυλλιές, αχάντα̤ = αγκάθια, κολοκνεθίτας = ό,τι προκαλεί κνησμό στον πισινό, χαντυλλά̤εται = γαργαλιέται, φουτίεις = αερίζεσαι αθόρυβα (πέρδεσαι).
4. Οργάνωση χωριού. εκάν = περίπου, πανοΰρ' = πανηγύρι, πρόερας = πρόεδρος, λαόπ' = επίθετο, προσωνύμιο.
5. Σχολική ζωή. σηνός = στου οποίου, ψάλλ' = τραγουδάει, διάθυρα = ο χώρος ανάμεσα σε θύρες ή παράθυρα.

Κοτύλια. Έναν Κιμισ̌χαναλίδικο χωρίον του Σάββα Πορφ. Παπαδόπουλου. Πηγή Ποντιακή Εστία 

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ