Ίμερα του Πόντου (αλησμόνητες πατρίδες). Ιστορικό & λαογραφικό σημείωμα του Χρήστου Υγρόπουλου του Γεωργίου (Νεάπολη Θεσσαλονίκης)

Η ωραία κωμόπολις της Ίμερας ή Γήμερας του Πόντου (τότε)Σε απόσταση 80 χιλιομέτρων περίπου νοτιοανατολικά της Τραπεζούντος βρισκόταν η Ίμερα, μία από τις πιο ανθηρές κωμοπόλεις του Πόντου.

Λίγα μεγαλοχώρια, σαν την Ίμερα, διακρίνονται για τον αμιγή Ελληνικό πληθυσμό και για την προοδευτικότητα των κατοίκων τους. Η θέσις της Ίμερας ήταν ορεινοτάτη, βρισκόταν κοντά στην αφετηρία του ποταμού, εκατέρωθεν του οποίου, στις ορεινές περιοχές, υπήρχαν περί τα 25 ελληνικά χωριά. Τα βουνά της αποτελούσαν τη συνέχεια του ιστορικού βουνού Ζύγανα, από την κορυφή του οποίου οι μύριοι του Ξενοφώντα αντίκρυσαν την πολυπόθητη θάλασσα του Ευξείνου Πόντου. Από πλευράς Εκκλησιαστικής, η Ίμερα υπαγόταν στην Μητρόπολη Χαλδίας, από την έδρα της οποίας, δηλαδή από την Αργυρούπολη απέχει μία απόσταση 30 χιλιόμετρα. Ήταν κτισμένη στις πλαγιές δύο υψωμάτων κάτωθεν των οποίων υπήρχε η αφετηρία του ποταμού Γιαγλί-δερέ, παραπόταμου του Χαρσιώτη. Από μακριά έλαμπαν τα άσπρα σπίτια της και είχε την όψη πολίχνης. Δίκαια δε την εξυμνούσε και ο παρακάτω στίχος: «Η Ίμερα, η Ίμερα σαέρ και πολιτεία τα κορτσόπα ‘θες έμορφα μικρά και μερακλία». Το κλίμα της Ίμερας, χάρη στο υψόμετρο της, που ήταν γύρω στα 1500 μέτρα, και στην ξηρότητα της ατμόσφαιρας της ήταν υγιεινότατο. Με την περίφημα άνθη των βουνών της, τα κρυσταλλένια νερά της, τα μαγευτικά δάση της και τον γαλανό ουρανό της, θεωρείτο σαν ένας από τους λίγους τόπους όπου οι ασθένειες ήταν σχεδόν άγνωστες. Μαζί δε με την αδελφική της γειτόνισσα, την Κρώμνη, αποτελούσαν το θέρετρο των εύπορων της Τραπεζούντας.
Η Ίμερα περιλάμβανε πέντε συνεχόμενες ενορίες και τρείς άλλες, σε απόσταση μισής ώρας περίπου, από το κέντρο του χωριού. Στην πλευρά του πρώτου υψώματος ήταν οι ενορίες:
1. Τσακαλενάντων
2. Ζητράντων
3. Καθημερεσίων
4. Γιαννάντων
5. Ζουβατσάντων

Στο ύψος του πρώτου βουνού και δίπλα στο δρόμο που οδηγούσε στην Κρώμνη ήταν η Μονή καλογραιών του Αγίου Ιωάννη, της Βυζαντινής εποχής των Κομνηνών. Εκατέρωθεν του χωριού και σε απόσταση μισής ώρας από το κέντρο του χωριού, βρίσκονταν οι ενορίες «Μανδριά», προς Ανατολάς και «Λειβάδι» προς Δυσμάς. Απέναντι δε του χωριού και Νότια από αυτό, σε απόσταση μιας ώρας ήταν η ενορία «Θωμάντων». Στα μέσα του παρελθόντος αιώνα και προτού αρχίσουν οι μεταναστεύσεις στην Ρωσία, η Ίμερα είχε πληθυσμό 500 οικογενειών περίπου, οι οποίες περιορίστηκαν σε 300 περίπου στα προ του Ευρωπαϊκού πολέμου χρόνια, και σε 120 περίπου κατά την περίοδο του ξεριζωμού του πληθυσμού της και της «ανταλλαγής». Ίμερα Χαλδίας Πόντου - Ιστορία, Γεωγραφία, Λαογραφία, Πολιτισμός, Θρησκεία, Ήθη, Έθιμα, Γλώσσα - Παραδόσεις
Ζευγάρι Ελλήνων Ιμεραίων σε φωτογραφικό στούντιο της εποχής πριν το 19201. Ασχολίες των κατοίκων της
Οι κάτοικοι της Ίμερας ήταν όλοι ακραιφνείς Έλληνες, εκτός από λίγους που κατοικούσαν στην απομακρυσμένη ενορία του Θωμάντων που ήταν Αλλαξόπιστοι. Λόγω του ορεινού του εδάφους της, αποζούσαν όλοι από τους πόρους που προέρχονταν από τους μετανάστες της. Ελάχιστοι συντηρούντο από τοπικούς πόρους, που προέρχονταν από την άσκηση μικρεμπορίου, την γεωργία και την κτηνοτροφία. Στα παλιά χρόνια, οι αποδημούντες, δούλευαν στο εσωτερικό της τουρκίας και κυρίως στις πόλεις Ερζερούμ, Ερζικιάν, Μαλάτια, και Αργόνη. Εκεί επιδίδονταν στην οικοδομική, αρτοποιία, σιδηρουργία και στο μικρεμπόριο. Από την εποχή όμως του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1878, το μεταναστευτικό ρεύμα στράφηκε προς την Ρωσία και πολύ λίγοι εξακολουθούσαν να απέρχονται στο εσωτερικό της Ανατολής. Στην φιλόξενη τότε και προστάτιδα του Ελληνισμού του Πόντου, Αυτοκρατορία του Βορά και κυρίως στις περιοχές της Κριμαίας και του Καυκάσου ήταν εύκολο για τους Ιμεραίους να βρούν δουλειά και να διακριθούν στον εμπορικό, ή στο επιχειρηματικό τομέα
2. Ο γάμος στην Ίμερα
Τον γάμο στην Ίμερα τον λέγαμε «χαρά», ήταν σωστό πανηγύρι. Θυμάμαι ήμουν 12 χρονών, η χαρά βαστούσε τρία ημερόνυχτα! Άρχιζε το Σάββατο το πρωϊ και τελείωνε στα ξημερώματα της Δευτέρας, με το «Θυμίασμα»
των νεονύμφων και το «Κοτσαγκέλ». Ο γάμος άρχιζε με πυροβολισμούς, από νεαρούς αρματωμένους, προειδοποιητικό σημείο της ενάρξεως. Όλη τη μέρα του Σαββάτου συνεχιζόταν η διασκέδαση στο σπίτι του γαμπρού. Την δε Κυριακή, κατά το μεσημέρι, πηγαίναν να πάρουν τον κουμπάρο με τη συνοδεία της αθάνατης Ποντιακής λύρας. Μετά από την παραλαβή του κουμπάρου, πηγαίναν να πάρουν την νύφη και η πομπή έπαιρνε την πιο μελωδική μορφή της. Άρχιζαν οι πυροβολισμοί, οι λεγόμενοι «ντονταλμάδες», προ παντός όταν πλησίαζαν στο σπίτι των συμπεθέρων, της νύφης. Γινόταν ένας πανζουρλισμός από το τουφεκίδι και από τα δύο μέρη. Συναγωνίζονταν τα παλικάρια ποιος θα προσπεράσει τον άλλο στους πυροβολισμούς και ήταν ένα θέαμα μεγαλοπρεπές. Νόμιζες πως γινόταν η «Ανάσταση» όταν η πομπή πλησίαζε ένα δύο χιλιόμετρα στο σπίτι της νύφης! Όταν παίρνανε την νύφη, άρχιζε το λυπητερό τραγούδι, το λεγόμενο «αχπαστό»:
«Άφη κόρη τη μάνα σου και κάνε άλλη μάνα
Άφη κόρη τον κύρη σου και κάνε άλλον κύρη κτλ.»
Μετά δε από την παραλαβή της νύφης, η πομπή κατευθυνόταν προς την εκκλησία, ενώ οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν ακατάπαυστα, ώσπου να φτάσουν εκεί. Στην Ίμερα είχαμε λυράρη τον ξακουστό Σαββελή, τον Ορφέα της Ίμερας, του οποίου το παίξιμο και η ομορφιά εντυπωσίαζαν τον κόσμο σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν έπαιζε ο Σαββέλης όλο το χωριό βρισκόταν στο πόδι. Και όχι μόνο το χωριό, αλλά και από άλλες περιφέρειες, ακόμα και από την Τραπεζούντα τον καλούσαν στους γάμους. Για το θάνατο του Σαββέλη, ο αείμνηστος και φανατικός πατριώτης Βασίλειος Τικτόπουλος, ο οποίος χρημάτισε και διευθυντής του σχολείου της Ίμερας και είχε σπουδάσει και μετεκπαιδευτεί στην Γαλλία, είχε αφιερώσει το παρακάτω ποίημα:
Ο ξακουστός λυράρης της Ίμερας Σαββέλης Γιακουστίδης «Ποιος είν' εκείνος άραγε, που να ακούει δεν θέλει
τον ήχο τον θελξίθυμον της λύρας του Σαββέλη;
Σαββέλη σε ονόμασαν, λυράρη, βασιλέαν,
στον Πόντο σ' είχαν ξακουστόν ως τον κλεινόν Ορφέα.
Ήσουν τεχνίτης κι έμορφος ως Φοίβος μουσιγέτης,
στον Πόντο ήσουν πράγματι ο λαϊκός συνθέτης.
Ήσουν στους γάμους εύθυμος και εύθυμος στο γλέντι,
οργανωτής των ήσουνα, εσύ, χρυσέ λεβέντη.
Όταν ηχεί η λύρα σου τα χόρτα αναθάλλουν,
Φευ! τώρα επικήδειον του χάρου το δρεπάνι,
Χωρίς να ξέρει το κακό, τη λύπη που μας κάνει.
Δεν θ' ακούσει εις το εξής η εύηχος σου λύρα,
γιατί αλλιώς έταξε τα πράγματα η Μοίρα!
Η θλίψη είναι γενική σε κλαίν και τα λιθάρια,
σε κλαίν νυφάδες όμορφες, γενναία παλικάρια.
Το φέρετρό σου προχωρεί με άνθη στολισμένο
το πλήθος που σ' ακολουθεί περνά σαν πληγωμένο.
Ακούεται λυπητερά παπάδων ψαλμωδία
Το «Κύριε ελέησον» και Μνήμης αιωνία...»
Επί του γάμου του Βασιλείου Τικτοπούλου, στο σχολείο της Ίμερας καθιερώθηκαν τα μαθήματα της γυμναστικής και της ωδικής, τα οποία τόνωναν τον πατριωτισμό της νέας γενιάς.
Η Ιερά Μονή καλογραιών της Ίμερας του Πόντου ετιμάτο στην μνήμη του Αγίου Ενδόξου Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου του Προδρόμου3. Η ύδρευση
Η Ίμερα διακρίνετο για τα άφθονα κρυστάλλινα νερά της, τα οποία πηγάζανε από την Μονή του Αγίου Ιωάννη, η οποία εδέσποζε πάνω από το χωριό και παρουσίαζε πανοραμική θέα. Το νερό κατερχόταν ορμητικά και διακλαδιζόταν στις κεντρικές ενορίες της. Ήταν όμως, μέχρι του τελευταίου καιρού ακατάλληλο για πόση, επειδή ήταν ακάλυπτο. Το 1910, η Ίμερα, απέκτησε το υδραγωγείο της, χάριν στον επανελθόντα από την πόλη Κρασνοβότσα της Ρωσίας, του εκλεκτού τέκνου της Γεωργίου Κορσαββίδη, ο οποίος υπήρξε μεγάλος ευεργέτης της Πατρίδος του, διατέλεσε δε και δήμαρχος της Κρασνοβότσαης. Ο Γεώργιος Κορσαββίδης δαπάνησε 3.000 ρούβλια και με προσωπική του επίβλεψη έφτιαξε δύο πηγάδια, το ένα κοντά στο σχολείο και το άλλο στην αγορά με δύο κρουνούς το καθένα, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα.  
4. Η Κτηνοτροφία
Κάθε οικογένεια διέθετε 1-3 αγελάδες και από καμμιά δεκαπενταριά αιγοπρόβατα τα οποία βοσκούσαν σε βοσκή εκμισθωμένη και καμμιά φορά εναλλάξ από τους κατοίκους.
5. Τα σπίτια
Τα σπίτια της Ίμερας ήταν κτισμένα από την άριστη άσπρη πέτρα του τόπου. Παλαιότερα ήταν ισόγεια, αργότερα όμως, όταν άρχισε η μετανάστευση στη Ρωσία, οι κάτοικοι άρχισαν να χτίζουν και διώροφες κατοικίες, οι στέγες των οποίων ήταν χωματένιες, εκτός από τα σπίτια μερικών εύπορων, του σχολείου και της εκκλησίας, που ήταν στεγασμένη με σανίδια και κεραμίδια.
6. Το σχολείο
Στην μέση του χωριού και λίγο πιο πάνω από την αγορά, σε θέση πανοραματική είχε κτισθεί το σχολείο της Ίμερας, το 1875, όπως λέγεται. Το σχολείο περιλάμβανε τέσσερις αίθουσες, από τις οποίες η μεγάλη χρησιμοποιούνταν σαν αίθουσα τελετών και Κοινοτικών συνεδριάσεων, η δε μικρότερη περιείχε την βιβλιοθήκη, η οποία αποτελείτο από τα σχολικά βιβλία.

Ίμερα του Πόντου (αλησμόνητες πατρίδες) του Χρήστου Υγρόπουλου του Γεωργίου (Νεάπολη Θεσσαλονίκης)

Το σημερινό όνομα της Ίμερας του Πόντου, της ιστορικής εκείνης κωμοπόλεως της επαρχίας Χαλδίας - Αργυρούπολης/Γκιουμούσχανε) είναι Olucak (Όλουτζακ).

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ