Ιστορία και Φυσική Γεωγραφία της Κερασούντας του Πόντου, του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου

Ιωάννης Παπαδόπουλος Κερασούντιος μουσικός ο μόνος διασωθείς απο βέβαιο θάνατο και αυτότπτης μάρτυρας των κακουργημάτων του αιμοσταγούς τοπάλ οσμάνΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΟΣ ΠΟΝΤΟΥ. Κατὰ τὸν δέκατον αἰῶνα π.Χ., καθ' ἃ ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος, οἱ Ποντοπόροι Ἕλληνες ὁρμώμενοι ἀπὸ τὴν Μητρόπολιν καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν πλουσίαν καὶ εὐδαίμονα Μίλητον τῆς Ἰωνίας ἵδρυσαν εἰς τὰ παράλια, τοῦ κατ' εὐφημισμὸν ὀνομαζομένου Εὐξείνου Πόντου, τὰς Ἑλληνικὰς ἀποικίας Σινώπης, Ποντοηρακλείας, Ἀμισοῦ, Κοτυώρων, Τραπεζοῦντος καὶ ἄλλας.

Τὸν 7ον π.Χ. αἰῶνα καθ' ἃ ἀναφέρει ὁ Ξενοφῶν εἰς τὰ κεφάλαια 4,8,5,5,22,10, μερικοὶ ἐκ τῶν νεοαποίκων ἵδρυσαν εἰς μίαν γραφικωτάτην τοποθεσίαν τῆς παραλιακῆς ζώνης, τοῦ Εὐξείνου Πόντου, ὅπου τὰ κύματα αὐτοῦ πότε μὲν ἐχάιδευαν γαλήνια τὰ πόδια του καὶ πότε ἄφριζαν μανιασμένα, βροντολογοῦσαν μὲ πάταγον καὶ εἰσορμοῦσαν νὰ χυθοῦν καὶ πέραν αὐτῆς, πόλιν τὴν ὁποίαν ὠνόμασαν Κερασοῦς, πιθανῶς ἀπὸ τὴν κερασέαν ποὺ εὐδοκίμει εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, ἢ ἀπὸ τὸ κέρας καὶ οὖς, ποὺ ἐσχηματίζοντο εἰς τὸν παραλιακὸν χῶρον τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς δύο βραχίονας. Ἡ πόλις κεῖται ἐπὶ βραχώδους χερσονήσου, ἥτις ὑψουμένη πρὸς τὴν θάλασσαν σχηματίζει δύο κέρατα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι ἡ πόλις καὶ ἐπ' αὐτῶν ἀπὸ τῆς θαλάσσης, διήκοντα ἀρχαῖα τείχη, καταφθάνουν μέχρι τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου, τὴν Ἀκρόπολιν, ὅπως τὴν ὠνόμασαν, τῆς ὁποίας τὰ ὀπίσθια εἶναι ἀπόκρημνα καὶ δυσπέλαστα, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου ἡ πόλις ἐπεξετάθη ἑκατέρωθεν αὐτῆς. Κερασούντα Πόντου (Giresun). Ιστορία, Γεωγραφία, Λαογραφία, Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Κερασούντας του Πόντου

Τὰ σωζόμενα λείψανα τειχῶν τῆς πόλεως, ἀνήκουν ἄλλα μὲν εἰς τὴν ἀρχαιοτάτην Ἑλληνικὴν ἐποχήν, ἄλλα δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μιθριδάτου καὶ ἄλλα εἰς τὴν Βυζαντινὴν ἐποχήν. Ἐπίσης ἀρχαῖα μνημεῖα τῆς πόλεως, εἶναι τὸ θαυμάσιον ὑδραγωγεῖον καταλῆγον εἰς φρέαρ (τὸ θέαμα) βαθύτατον λαξευτὸν μὲ μεγάλην περίμετρον, τοῦ ὁποίου τὸ ἄφθονον καὶ ἄριστον ὕδωρ ἐπαρκοῦσε τότε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως. Κοντὰ εἰς τὸ φρέαρ παρατηροῦνται λαξευτὰ ἑδώλια ἐπὶ βράχου καὶ ἄλλα λείψανα μαρτυροῦντα ὅτι, ἐνταῦθα ἦτο τό κέντρον καὶ ἡ ἀγορὰ τῆς πόλεως.
Ἕτερον ἀρχαιολογικὸν μνημεῖον τῆς πόλεως εἶναι χωριστόν τι περιτείχισμα ἐπὶ βραχώδους θέσεως παρὰ τὴν θάλασσαν ἔχον πολλοὺς ὑπογείους θόλους καὶ δύο πύλας μίαν πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ἄλλην πρὸς τὴν πόλιν. Ἡ περιφέρεια τῆς Κερασοῦντος, κειμένη μεταξὺ Τριπόλεως, Κοτυώρων, καὶ Νικοπόλεως καλύπτεται σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ λεπτοκαρεῶνας, τῶν ὁποίων ἡ μεγίστη ἀνάπτυξις κατὰ τὴν πρώτην δεκαετηρίδα τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀπέδιδεν ἐτησίως κατὰ μέσον ὅρον περὶ τὰ 450.000 στατῆρας λεπτοκαρύων, ὁλόκληρον δὲ τό προϊόν τοῦτο ἐξήγετο εἰς Ὀδησσὸν, Μασσαλίαν, Ἀμβοῦργον, Ἀγγλίαν καὶ ἄλλους τινὰς λιμένας τῆς Εὐρώπης, Τουρκίας, Αἰγύπτου. Οὕτω τὰ 9)10 τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ἀπετέλει τὸ προϊόν τοῦτο, τό δέ ὑπόλοιπον, ἄλλα γεωργικά, κτηνοτροφικά, δασικὰ καὶ μεταλλευτικὰ προϊόντα, ὀπωρικά, φασόλια, δέρματα προβάτων καὶ αἰγῶν, μαλλιά, ψαρέλαιον, ξυλεία, ἀργυρομόλυβδος κ.τ.λ. Χάρις δέ εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐμπορικὴν κίνησιν, ἡ ὁποία διεξήγετο ἰδίως ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, ὡς θὰ ἀναφέρωμεν εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν κατοίκων εὑρίσκετο εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν.

Κατὰ τὸν Ξενοφῶντα, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη τὴν Κερασοῦντα κατὰ τὴν κάθοδον τῶν μυρίων, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασεν ἐκ Τραπεζοῦντος μετὰ πεζοπορείαν τριῶν ἡμερῶν, καθ' ὅλην τὴν ἀρχαιότητα ἡ Κερασοῦς καθὼς καὶ αἱ λοιπαὶ πόλεις τοῦ Πόντου ἀπετέλεσαν ἀνεξαρτήτους δημοκρατικὰς πολιτείας, μέχρι τῆς ἱδρύσεως τοῦ βασιλείου τοῦ Πόντου ὑπὸ τῶν Μιθριδατῶν, ὁπότε Φαρνάκης ὁ βασιλεύς (185–189) π.Χ. κατέλαβε τὴν πόλιν καὶ ἐγκαταστήσας πολλοὺς νέους κατοίκους ἐκ τῶν πέριξ μετωνόμασεν αὐτὴν ΦΑΡΝΑΚΙΑΝ. Τὸ ὄνομα τοῦτο δὲν ἐπεκράτησεν, εἰμὴ μόνον ὅσον διήρκησεν τὸ βασίλειον τοῦ Πόντου, τό ὁποῖον ἐπεξετείνετο ἐπὶ ἐκτάσεως 78.000 τ.μ, ἀπὸ τῶν συνόρων τῆς Γεωργίας τοῦ Καυκάσου, καθ' ὅλον τὸ μῆκος τῶν ἀκτῶν τοῦ Εὐξείνου Πόντου καὶ εἰσεχώρει βαθέως εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Ὅταν κατελύθη τὸ Κράτος τοῦτο ὑπὸ τῶν Ρωμαίων, ἡ πόλις αὕτη διατηρήσασα τὴν αὐτονομίαν της ἐπανέλαβε τὴν ἀρχικὴν ὀνομασίαν της. Τὸ μόνον ἐπιγραφικὸν τεκμήριον τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι τὰ ὀρειχάλκινα νομίσματα τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων, Ἀδριανοῦ, Ἀντωνίου τοῦ Εὐσεβοῦς, Μάρκου Αὐρηλίου κ.τ.λ. ἐπὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς, ἐπὶ δὲ τῆς ἑτέρας τὴν λέξιν Κερασοῦντα. Κατὰ τὸν Πλίνιον ὁ στρατηγὸς τῶν Ρωμαίων Λούκουλλος τὸ 74 π.Χ. μετέφερεν ἐκ Κερασοῦντος τὸ μέχρι τότε ἄγνωστον εἰς Ἰταλίαν φυτὸν τῆς Κερασέας.

Η Ακρόπολις της Κερασούντας του Πόντου. Αφηγηματική περιήγηση  - επεξεργασμένη φωτογραφία εποχής 1900Κατὰ τὴν Βυζαντινὴν περίοδον ἡ Κερασοῦς ἀπετέλει μίαν τῶν σπουδαιοτέρων πόλεων τοῦ Πόντου, ὑπήγετο δὲ κατ' ἀρχὰς διοικητικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πολεμωνικοῦ Πόντου, κατόπιν δὲ κατὰ τὴν εἰς θέματα διαίρεσιν τοῦ Κράτους, εἰς τό θέμα Χαλδείας, τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα ἦτο ἡ Τραπεζοῦς. Ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Κομνηνῶν ἡ Κερασοῦς εἶχε τὰ δευτερία μετὰ τὴν πρωτεύουσαν, κατὰ δὲ τὴν σύστασιν τοῦ Κράτους ἡ πόλις αὕτη ἄνευ ἀντιστάσεως ἀνεγνώρισε τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἱδρυτοῦ Ἀλεξίου Α' Κομνηνοῦ.

Τὸ 1302 ἐπὶ Ἀλεξίου Β' πολυάριθμος Τουρκομανικὸς στρατὸς ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Κουστογιὰν κατελθὼν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐπολιόρκησεν αὐτήν, ἀλλ' ὁ Ἀλέξιος ὁ Β' ἐπελθὼν ταχέως ἔσωσεν αὐτὴν ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ Κουστογιάν, ὁ ὁποῖος καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος.
Κατὰ τὸ 1318 οἱ Γενουᾶται ἵδρυσαν εἰς τὴν πόλιν ἐμπορικήν τινά παροικίαν, ὅταν δὲ ἡ Κεντρικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἀπησχολημένη νὰ ἀποκρούσῃ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν Τουρκομάνων, οἱ ὡς ἄνω Γενουᾶται εὗρον κατάλληλον εὐκαιρίαν νὰ κυριεύσουν διὰ τοῦ στόλου των παραλίους τινὰς θέσεις καὶ κηρύξαντες τὸν πόλεμον ἐπισήμως κατέλαβον τὴν Κερασοῦντα, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπυρπόλησαν.

Μετὰ τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Γενουατῶν, ὑπεχρεώθησαν οὗτοι νὰ παραδώσουν τὴν πόλιν. Κατὰ τὸ 1349–1390 ἡ Κερασοῦς ἐστασίασε κατὰ τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Γ' καὶ ὁ στρατός των ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ μεγάλου δουκὸς Σχιλάρι, μετ' ἄλλων ἐχθρικῶν στρατευμάτων ἐπεχείρησαν νὰ καθαιρέσουν τὸν Ἀλέξιον τὸν Γ', ἀλλ' οὗτος κατώρθωσε νὰ τοὺς διασκορπίσῃ καὶ νὰ τοὺς καταδιώξῃ μέχρι Κερασοῦντος, τὴν ὁποίαν καὶ καθυπέταξε. Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Τραπεζοῦντος, γενομένην τὴν 2 Μαρτίου μέχρι 21 Σεπτεμβρίου 1461 ὁ Μωάμεθ ὁ Β' ἐστράφη καὶ κατὰ τῆς Κερασοῦντος, τὴν ὁποίαν κατέλαβε κατόπιν συνθηκολογήσεως τὸ 1468, ἤτοι 7 ἔτη μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Τραπεζοῦντος.

Τὰ πλέον ἀξιοθέατα μέρη τῆς Ἑλληνικωτάτης ταύτης πόλεως ἦσαν ἡ Ἀκρόπολις, τὸ Παΐριν, ὅπως τὴν ὠνόμαζαν, ἡ ἔκτασις τῆς ὁποίας ἀρκετὰ μεγάλη μὲ προεξοχὴν εἰσχωροῦσαν μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦσαν ὡραιότατα σπίτια ἐν μέσῳ ἀνθοκήπων, πού παρουσίαζον ἐξαιρετικὸν θέαμα ἀνθοδέσμης, τοποθετημένης ἐντὸς τῆς θαλάσσης. Ἐπὶ τῆς κορυφῆς τῆς Ἀκροπόλεως ἐπεξετείνετο κατάφυτος πεδιάς μὲ πλατάνους καὶ τὰ περίφημα ταφλάνια (ροδοδάφναι). Ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτῶν οἱ προσερχόμενοι κατὰ τὰς ἡμέρας ἀργίας καὶ ἰδίως τὴν 1ην Μαΐου καὶ κατὰ τὰς πανηγύρεις τοῦ Προφήτου Ἠλία καὶ τῆς Ἀναλήψεως, μετὰ τὸν ἑορτασμόν, ἐπεδίδοντο εἰς παντὸς εἴδους διασκεδάσεις καὶ ἀπελάμβανον ἐκεῖθεν τὸ ὡραῖον θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσίαζε ἡ θάλασσα μὲ τὰ γαλάζια καὶ πολυκύμαντα νερά της ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ τὴν πόλιν, πού ἐπεξετείνετο εἰς τὰς πλευρὰς αὐτῆς. Παρὰ τοὺς πρόποδας τῆς Ἀκροπόλεως ὑπῆρχε τὸ ἐξοχικὸν Κέντρον Καλυψώ, ὅπου οἱ θαμῶνες αὐτοῦ εὐωχοῦντο ὑπό τοὺς ἤχους μουσικῶν ὀργάνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀπαραίτητος ἦτο ὁ παγλαμᾶς καὶ ἡ ἀθάνατος λύρα. Εἰς τὴν παραλιακὴν ζώνην τῆς πόλεως, ἀνατολικῶς αὐτῆς περὶ τὰ 2 χιλιόμετρα, ὑπῆρχον τὰ πολυθρύλητα κέντρα ἀναψυχῆς «Τσερκέζια» μὲ τοὺς καταπράσινους λεπτοκαρεῶνας καὶ τὰ γαλανὰ καὶ κρυσταλένια νερά τῆς θαλάσσης.

Τό ἐξοχικὸν τοῦτο μέρος, πού ἦτο χάρμα ὀφθαλμῶν καὶ ψυχῆς, κατὰ τὴν ἐαρινὴν περίοδον καὶ κυρίως κατὰ τὴν πανήγυριν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐγέμιζεν ἀπὸ ἐκδρομεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι μὲν διεσκέδαζον μέσα εἰς τοὺς λεπτοκαρεῶνας, ἄλλοι εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰ ἔβγαλον μύδια διὰ νὰ παρασκευάσουν τὴν χωστὴν τους (ψημένα εἰς λάκκους παραχωμένους καὶ πεπυρακτωμένους) καὶ ἄλλοι πάλιν ἔπιανον παγούρια (καβούρια), πού ἦσαν ἄφθονα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην. Ἡ μουσική, οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια παρετείνοντο μέχρι ἀργὰ τό βράδυ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ κανεὶς τὰ ἀγνὰ αὐτά ἔθιμα καὶ τὰ εὐλογημένα ἐκεῖνα μέρη;

Ἀνατολικῶς περὶ τὰ 5 χιλιόμετρα μακράν τῆς Κερασοῦντος ἔκειτο ἡ ἱστορικὴ νῆσος Ἀρητιὰς μὲ τὰ ἀρχαῖα φρούριά της. Εἰς τὸ ἀκατοίκητο αὐτό νησάκι, πού ὠνομάζετο ὑπὸ τῶν ἀρχαίων Ἀρετιὰς (ἐξ ἧς καὶ ἡ ἐκδοθεῖσα ἐν τῇ πόλει Ἑλληνικὴ ἐφημερὶς ἔλαβε τό ὄνομα Ἀρητιάς), ἀνηγέρθη, ὑπὸ τῶν πρώτων Ἑλλήνων ἀποίκων, ναὸς τοῦ θεοῦ Ἄρεως, ὅστις μετέπειτα μετετράπη εἰς Χριστιανικὸν ναόν, προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου κατέρρευσε, ἐσχάτως δέ, διεσώζοντο μόνον ἐρείπια αὐτοῦ. Κατὰ τὴν θερινὴν περίοδον οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως διωργάνωναν μεγάλας ἐκδρομάς, πού συνοδεύοντο μὲ διασκεδάσεις καὶ παντὸς εἴδους γλέντια.

Η Κερασούντα του Πόντου με το λιμάνι και στο βάθος η Ακρόπολις Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω κέντρα ἀναψυχῆς ὑπῆρχον καθ' ὅλην τὴν ἀκροθαλασσιά της, ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν τὸ Τσουρούμην, ἡ Λογκαγιά, τό Τσατλάκην, ἡ Οὔτς-καγιά, τὴ Σημήρ, ὁ γιαλὸς μὲ τὴν Καΐτσαν, τὸ Τομπούλην, τὸ Σαργάν-τασή, τὴ Τζώρτζη τὸ Τομπούλην, ὅπου ἔριχναν τὸν Σταυρὸν κατὰ τά Θεοφάνεια, τὸ Τζιρώνην, τὸ Τιρίν-κελίν καὶ τὴ Καπτάμ Γιορδάμ τ' ἀφκά. Ἀπὸ δὲ τὴν ἄλλην πλευρὰν ὁ γιαλὸς τὴ Λιμένης καὶ τὴ Φαναρή, ὁ Λατός, τὴ ἀγὰ τὸ σκυλοφοῦρκιν καὶ ἡ Τάπια. Ὅλη ἡ ὡς ἄνω περιοχὴ ἦτο βραχώδης, πέραν δὲ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν ἄρχιζεν ἡ ἀμμουδιὰ μέχρι τῆς Πάτλαμας. Οὕτω οἱ Κερασούντιοι, ποὺ ἦσαν κατ' ἐξοχὴν ἄριστοι κολυμβηταί, ἐκ μικρᾶς ἡλικίας, ἔκαμναν τὰ μπάνια των καὶ εἰς τὰ βραχώδη μέρη καὶ εἰς τὸ μέρος ποὺ ἦσαν οἱ ἀμμουδιές, ὁσάκις δὲ ἡ θάλασσα ἦτο κυματώδης, ἐπέβαινον τῶν κυμάτων μὲ σανίδας, μὲ τὰς ὁποίας ἐπέστρεφον εἰς τὴν ξηρὰν (ἐκότσευαν βίας καθὼς ἔλεγαν).

Ἡ Κερασοῦς διὰ τὴν ἐπισημότητά της, ἀνεδείχθη ἀνεξάρτητος Μητρόπολις καὶ ἤδη κατὰ τὴν Α' Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐν Νικαίᾳ τῷ 425 ἀναφέρεται ὁ ἐπίσκοπος αὐτῆς Γρηγόριος ὡς συμμετασχὼν εἰς αὐτήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος μνημονευόμενος ἐπίσκοπος αὐτῆς. Μετὰ τὸν Γρηγόριον ἀναφέρεται ὁ ἑπόμενος Γρατιανὸς τῷ 451, Θεοφύλακτος τῷ 780, Ναρσῆς τῷ 787 καὶ πλὴν αὐτῶν μνημονεύεται καὶ Συμεών, ὡς μετασχὼν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Πατριάρχου Φωτίου μεγάλην Σύνοδον τῆς Κων)πόλεως. Κατὰ τὸν 3ον μ.Χ. αἰῶνα ἡ Κερασοῦς ὑπήχθη εἰς τὴν Μητρόπολιν τῆς Νεοκαισαρείας. Κατὰ τὰ μέσα τοῦ 11ου αἰῶνος προεβιβάσθη εἰς Μητρόπολιν, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος ὑπεβιβάσθη πάλιν εἰς Ἐξαρχίαν, διοικουμένην ἀπὸ ἀξιωματούχους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1698 ἡ Ἐξαρχία Κερασοῦντος, μετὰ τῶν πέριξ αὐτῆς χωρίων, Τριπόλεως καὶ Κοράλων (Γκιόρελε) καὶ ἄλλων, προσετέθη εἰς τὴν Μητρόπολιν Τραπεζοῦντος κατ' ἀξίωσιν τοῦ Ἀρχιερέως αὐτῆς Νεκταρίου.

Τὸ 1744 κατὰ μῆνα Ἰούνιον ἡ Ἐξαρχία Τραπεζοῦντος getρρώθη μὲ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἐπαρχίας Τραπεζοῦντος, τὸ δὲ 1913 κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον ἡ Κερασοῦς προσηρτήθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Χαλδείας. Ἡ Κερασοῦς, ἡ ὡραιωτάτη αὕτη νύμφη τοῦ Εὐξείνου Πόντου, τῆς ὁποίας ἡ φυσικὴ καλλονή, μὲ τοὺς πυκνοφύτους πέριξ αὐτῆς λόφους, ἐπροξένει πράγματι κατάπληξιν εἰς τὸν εἰσερχόμενον εἰς αὐτὴν ἐκ θαλάσσης, ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ Ν. Παπαμιχαλόπουλος εἰς τὸ βιβλίον «Περιήγησις εἰς τὸν Πόντον» εἶχε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη 25000 κατοίκους, ἐκ τῶν ὁποίων 8000 Τοῦρκοι, 2000 Ἀρμένιοι καὶ 15000 Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι, οἵτινες ἦσαν ἐγκατεστημένοι εἰς τὰς ἐνορίας Κοκκάρεως, Λιμένης, Σάϊ-τασή, Πεγιούκ-Παχτζέ, Γενὴ-γιὸλ καὶ Τσιναρλάρ.

Σημείωση: 'Εχει διατηρηθεί η σύνταξη και η ορθογραφία του αρχικού κειμένου.

Ιστορία και Γεωγραφία της Κερασούντας του Πόντου, του κ. ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ὁ μόνος ὅστις διεσώθη ὡς ἐκ θαύματος ἀπὸ βέβαιον θάνατον ἐκ τῶν 13 Ἑλλήνων μουσικῶν καὶ ἠξιώθη νὰ περιγράψῃ ἐν τῷ παρόντι, ὡς αὐτόπτης μάρτυς, τὰ κακουργήματα τοῦ Τοπάλ Ὀσμὰν καὶ ἱστορικά τινα γεγονότα ἀνὰ τὸν Πόντον.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ