Κωμοπόλεις της Κερασούντας του Πόντου (Β΄ Μέρος), του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου
Συνέχεια απο το προηγούμενο μέρος. Ούτω δια της συνδρομής αυτών, εις την συνοικίαν Πίκε ανηγέρθη ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Γεωργίου με δύο ιερείς και παραπλεύρως αυτού διώροφος εξατάξιος σχολή με δύο διδασκάλους, εις τον πέραν μαχαλά, που συνεδέετο μετά των άλλων συνοικιών δια λιθίνης τοξοειδούς γεφύρας, κάτωθεν της οποίας εσχηματίζετο από τα νερά του ποταμού αρκετά μεγάλη λίμνη, όπου ελούοντο και ολίγον παρακάτω της οποίας υπήρχον οι υδρόμυλοι του Τσαραμάνωνος, ο ευπρεπής ναός της Παναγίας.
Εις το χωρίον Ινκίκιοι η ωραία εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, με τους ιερείς Παπά Κυριάκον Ζαρωτιάδην, Παπά Κωνσταντίνον και Παπά Γιάννην, και πεντατάξιος σχολή με ένα διδάσκαλον εις το χωρίον Τοπαλάντων ο ναός του Αγίου Θεοδώρου, επίσης εις επίκαιρα μέρη ανήγειραν τα παρεκκλήσια Αγίου Ιωάννου, Αι Στεφάνου, Αγίου Νικολάου, Αγίας Βαρβάρας απέναντι της συνοικίας Βλαχάντων, το παρεκκλήσιον τη Τόχλουτσας η Παναγία, το παρεκκλήσιον του Προφήτου Ηλία, επάνω εις το αναπεπτάμενον και καταπράσινον από την βλάστησιν εντός μιας δασώδους και θεαματικής περιοχής οροπέδιον Μάμουκας και το παρεκκλήσιον του Αγίου Παντελεήμονος εις ένα ύψωμα του χωρίου Ινκίκιοι. Εις τα δύο τελευταία παρεκκλήσια ετελούντο, κατά την μνήμην αυτών μεγαλοπρεπείς πανηγύρεις, με διασκεδάσεις, τραγούδια και χορούς υπό τους εκκωφαντικούς ήχους τυμπάνων (ταβουλίων) ζουρνά και της αθανάτου λύρας με τοιούτον ενθουσιασμόν, που ενόμιζε κανείς, ότι εχόρευον με τους ανθρώπους και τα πέριξ ευρισκόμενα κατάφυτα βουνά και δένδρα. Κατά τας αρχάς του φθινοπώρου, οι παραθερισταί επέστρεφον εις τα παραλιακά κτήματά των, δια να επιδοθώσιν εις την πλουσίαν συγκομιδήν των φουντουκιών και άλλων προϊόντων, τα οποία διοχετεύοντο κατόπιν εις το εμπόριον.
Οι δε μόνιμοι κάτοικοι του Τσαράχ και περιχώρων ησχολούντο άλλοι μεν με το αγώγιον μεταξύ Τζενικίας, Τσαράχ και Γαράσαρης, όπου μετέφερον διάφορα προϊόντα της παραλιακής ζώνης και επρομηθεύοντο σιτάρι, το οποίον δεν ευδοκίμει εις τα εδάφη εκείνα, και εγχώρια υφάσματα δια τους ασχολουμένους με το εμπόριον συμπατριώτας των. Άλλοι πάλιν ησχολούντο με την ακμάζουσαν κτηνοτροφίαν και άλλοι μετήρχοντο τον πλανόδιον μικροπωλητήν (γουτουτζουλούχ), που διενεργείτο με ένα είδος ελλειψοειδούς κιβωτίου, με συνεχόμενα πατώματα δι' άξονος, εντός του οποίου υπήρχον διάφορα είδη ψιλικών, ήτοι βελόνες, κλωστές, χάνδρες, κουμπιά, βραχιόλια, δακτυλίδια, χρώματα διάφορα δια βαφήν, υδράργυρος και άλλα. Οι πλανόδιοι, ούτοι ψιλικατζίδες, με το πρωτότυπον κιβώτιον, επί τηςράχης, περιήρχοντο τα χωρία της Τζενικίας και Γαράσαρης δια να μεταπωλήσουν το εμπόρευμά των, ή εις ρευστόν χρήμα ή ως επί το πλείστον επ' ανταλλαγή διαφόρων προϊόντων.
Τέλος αρκετοί εκ των κατοίκων κατεγίνοντο με το ζωεμπόριον, μεταξύ των οποίων διεκρίνετο, ο Παναγιώτης Εμιρζάς, οίτινες ηγόραζον χιλιάδες αιγοπρόβατα, τα μετέφερον εις τα μέρη, που είχαν τους βοσκοτόπους των και εις την κατάλληλον εποχήν τα μετέφερον, δια του λιμένος Κερασούντος εις Κων)πολιν προς μεταπώλησιν. Ως εξάγεται εκ των ανωτέρω, η επικοινωνία των κατοίκων της περιφερείας εκείνης με την Νικόπολιν ήταν τακτικωτάτη και διεξήγετο δι' ημιόνων, μέσον του Τεκνετζίουκ του χωρίου Μπάλτζανα και του όρους Έρμεζ, όπου πολλάκις κατεληστεύοντο από τους ενεδρεύοντας εις τας υπωρείας αυτού τουρκοληστάς. Ο τοιούτος ρυθμός προόδου και ευημερίας των κατοίκων, που διεκρίνοντο δια την φιλεργατικότητα, δραστηριότητα, ευφυΐαν και τόλμην εις τας επιχειρήσεις και αρκετοί εκ των οποίων όπως οι Δεληγιώργηδες, οι Μαυρίδαι, οι Σεϊτάνογλουδες, οι Δεληκάρηδες, οι Ασλανίδαι, οι Πισάνιδες, οι Παπαδόπουλατοι (Τσαραώτα όπως τους ωνόμαζαν), οι αδελφοί Εμιρτζά και άλλοι ανεδείχθησαν μεγάλοι επιχειρηματίαι, έμποροι και κτηματίαι της Κερασούντος και άλλοι τινές, που εγκατεστάθησαν εις Γαράλην, Ρουμανίαν και Νικόπολιν ως οι Φουρνιάδαι, Γιαγλοογλάντ, Θωμάντ κλπ. διέπρεψαν εις το εμπόριον και τας τέχνας, διήρκησε μέχρι του έτους 1916. Κερασούντα Πόντου (Giresun). Ιστορία, Γεωγραφία, Λαογραφία, Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Κερασούντας του Πόντου
Από την οικογένειαν Καλπίδων κατήγετο ο γεννηθείς εις Τσακράκ Φώτιος Καλπίδης. Ο αείμνηστος ούτος μετά τας σπουδάς του στην Θεολογικήν σχολήν Χάλκης εχειροτονήθηκε και διωρίσθη μητροπολίτης Κορυτσάς και Πρεμέτης το έτος 1902, το δε 1906 εδολοφονήθη αγρίως υπό Βουλγαροαλβανικής συμμορίας. Αι φρικαλεότητες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου δεν άργησαν να φθάσουν και εις το απόμερον τούτο τμήμα του Πόντου. Μετά την προέλασιν των Ρωσσικών στρατευμάτων και κατάληψιν των Ανατολικών περιφερειών, οι Τουρκολαζοί, που εγκατέλειψαν τας εστίας των και εγκατεστάθησαν εις τα πέραν του Χαρσιώτου χωρία, μόλις επλησίασε ο εχθρός, εστράφησαν και προς την περιφέρειαν Τσαράχ και ως πειναλέοι λύκοι ώρμησαν κατά των φιλησύχων κατοίκων, και μετά την λεηλασίαν των περιουσιών των επυρπόλησαν τα περισσότερα χωρία της περιοχής, οπότε οι κάτοικοι ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψωσιν τας εστίας των και να καταφύγουν εις τας παραλιακάς κωμοπόλεις.
Μετά την ανακωχήν επέστρεψαν εις Τσαράχ και μετά την υπογραφήν της συνθήκης Ανταλλαγής κατέφυγον εις Ελλάδα και εγκατεστάθησαν εις Πάτρας, Καλλιθέαν Αθηνών, Αγρίνιον, περιφέρειαν Πτολεμαΐδος, Καβάλαν, περιφέρειαν Δράμας, Καλαμαριάν Θεσσαλονίκης και αλλαχού.
Σημείωση: 'Εχει διατηρηθεί η σύνταξη και η ορθογραφία του αρχικού κειμένου.
Κωμοπόλεις της Κερασούντας του Πόντου (Β΄ Μέρος), του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου, ὁ μόνος ὅστις διεσώθη ὡς ἐκ θαύματος ἀπὸ βέβαιον θάνατον ἐκ τῶν 13 Ἑλλήνων μουσικῶν καὶ ἠξιώθη νὰ περιγράψῃ ἐν τῷ παρόντι, ὡς αὐτόπτης μάρτυς, τὰ κακουργήματα τοῦ Τοπάλ Ὀσμὰν καὶ ἱστορικά τινα γεγονότα ἀνὰ τὸν Πόντον.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
