Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη) - Κλίμα και προϊόντα της Σαντάς (Σάντας)

Οικογένεια Μουρατίδη - Σαντά Πόντου Η Σαντά είχε συνοικισθεί ανάμεσα σε δυο υψηλές οροσειρές· η υψηλότερη κορυφή της Ανατολικής οροσειράς ήταν το Ζιαρέτ-τεπέ κατά τους Τούρκους και Αεζεράτ κατά τους Σανταίους· το ύψος του ήταν επάνω κάτω του Ολύμπου, αφού το ύψος της ενορίας Πινατάντων ήταν 1650 μέτρα.

Της Δυτικής οροσειράς υψηλότερη κορυφή ήταν το Καρά-καπάν χαμηλότερο από τον Αεζεράτ. Οι δυο οροσειρές προς το μέρος του Νότου ενώνονταν και σχημάτιζαν το οροπέδιο του Τάσκιοπρου· προς το μέρος του Βορρά πλησίαζαν περισσότερο στο σημείο Αμονοκούρ και έτσι έπαιρναν το σχήμα στενόμακρης βάρκας την οποία οι Τούρκοι ονομάζουν «σαντάλ». Μερικοί λένε ότι από το σαντάλ πήρε το όνομά της η Σαντά, που μερικοί εσφαλμένα ονομάζουν Σάντα, διότι οι Τούρκοι συνήθιζαν να ανεβάζουν τον τόνο πολλών κυρίων ονομάτων: Μάτσκα, Γέμουρα, Κόζανη, Λάγκαδα, Άτηνα κ.λ.π.
Υπάρχει μάλιστα και παράδοση ότι, πρώτοι οικιστές με «σαντάλ» ήρθαν από τα Πλάτανα και βγήκαν σε κάποιο σημείο του στομίου του Γιάμπολου· όταν δε έφτασαν στη Σαντά είπαν: «Ας σ' έναν τό σαντάλ εξέβαμε και σ' άλλο εσέβαμε». Έτσι πήρε το όνομά της η Σαντά· δεν έχει βέβαια καμιά σημασία αν πρέπει να λέγεται Σαντά ή Σάντα και ίσως περιττά ήταν τα παραπάνω. Είπαμε ότι οι δυο οροσειρές ήταν κλειστές προς το μέρος του Νότου· γι' αυτό η ομίχλη πάρα πολλές ημέρες του χρόνου «εθογάλιζεν» κατά την κοινή έκφραση δηλ. εσκέπαζε τα χωριά επί πολύ. Εκτός από την ομίχλη είχε και συχνές βροχές που έκαμναν το κλίμα της Σαντάς απελπιστικά υγρό. Λένε ότι κάποιος Ανεφορίτης είχε επισκεφθή τη Σαντά και έφυγε χωρίς να αξιωθή να ιδή τον ήλιο και τα χωριά· όταν δε ύστερα από καιρό αντάμωσε κάποιο Σανταίο τον ρώτησε: Πατριώτη ακόμαν βρέχ' σή Σαντά; Προς το μέρος του Βορρά δεν υπήρχε βουνό, που να προφυλάττη τη Σαντά από τον άνεμο· έτσι το κλίμα δεν ήταν μόνο υγρό, αλλά και ψυχρό και με μια λέξη τραγύ.
Γι' αυτό λίγοι Σανταίοι ήταν υψηλοί (όπως π.χ. οι Σουρμενίτ')· οι περισσότεροι ήταν μετρίου αναστήματος μέν, αλλά γεροδεμένοι, σκληραγωγημένοι. Εξ αιτίας των βροχών και της υγρασίας τα δάση ήταν πυκνά και απέραντα· ανάμεσα στα χωριά και επάνω από αυτά (ύψος 1850) ήταν έλατα, από την ποικιλία «ερυθρά ελάτη» με μικρά βελονοειδή φύλλα και μικρούς κώνους—καρπούς· στη θέση Φούρνοπον θυμούμαι ότι ήταν αρκετά δέντρα λευκής ελάτης (τεβλό) με σταυρωτά κλαδιά, με μεγάλες βελόνες και μεγάλους κώνους· χαμηλότερα προς τα Φτελένια ήταν δάση από κλήθρες και οξυές, που και πού δε σφεντάμια πλατανόφυλλα· και διάφοροι θάμνοι: ροδόδενδρον το ποντικόν (κουάρ), αζαλέα η ποντική (τσιφίν), φουντουκιές, ίλικες (καζμάτζ) και άλλα. Απάνω από την κώμη Αλιάντων υπήρχαν και μερικές πελώριες ϊμίλας (σμίλαξ) ασφαλώς θα υπήρχαν κι αλλού άλλα δέντρα. Τα δάση αυτά ήταν αρκετά όχι μόνο να επαρκέσουν στις ανάγκες των κατοίκων αλλά και να περισσεύουν και για τις ερχόμενες γενεές· δυστυχώς παράλογοι και σκληροί νόμοι απαγόρευαν την ξύλευση· και αναγκάζονταν οι καημένες γυναίκες να κουβαλούν με την πλάτη τα απαιτούμενα ξύλα από απόσταση 1,3)—2 ωρών (Κιλκιανλούχ). Σκοτεινή εποχή, εννοείται όχι μόνο στη Σαντά, αλλά και σ' όλα τα χωριά του Πόντου. Και όμως ήταν εύκολη η διατήρηση ενός μικρού υποζυγίου (γαϊδάρου), διότι χόρτο υπήρχε άφθονο και θα μπορούσε το ζώο αυτό να κουβαλήση και τη τροφή των αγελάδων και τη δική του. Αλλά οι ξενιτεμένοι μας καθώς και οι γραμματισμένοι στέκονταν αδιάφοροι στο δράμα αυτό των γυναικών· φαίνεται ότι θεωρούσαν φυσικό το να κάνουν οι γυναίκες τους τις δουλιές υποζυγίων. Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου

Οι εποχές του χρόνου στη Σαντά ήταν τρείς και όχι τέσσαρες: Άνοιξη, φθινόπωρο και χειμώνας. Από τον Απρίλη ως τον Αύγουστο ο καιρός ήταν ο ίδιος: ομίχλη, βροχή, ήλιος αδύνατος, όχι ζεστός, όχι καλοκαιριάτικος. Γι' αυτό η πρασινάδα και η ανθοφορία στη Σαντά ήταν συνεχείς· η μελισσοκομία μπορούσε να κάμη θαύματα· δυστυχώς ελάχιστοι είχαν μερικές εγχώριες κυψέλες· μόνο μετά το 1905 ο καθηγητής Ηρακλής Αντωνιάδης επροπαγάνδισε για τις ευρωπαϊκές κυψέλες· σύστησε και εταιρεία μελισσοκομική που διαλύθηκε λίγο μετά την ίδρυσή της, διότι πολύ νωρίς πέθανε ο ιδρυτής της και ακολούθησαν οι πόλεμοι. Στο 1911 οι Ιωάννης Τσιρίδης και Νικόλαος Τοπαλίδης μιμούμενοι το παράδειγμα του Αντωνιάδη καταπιάστηκαν με τις ευρωπαϊκές κυψέλες, και οι ελπίδες τους είχαν στεφθή υπό επιτυχίας. Μιά κυψέλη τους έδινε 30—35 οκάδες, όταν δε τύχαινε να μη βρέξη πολύ, η εσοδεία ήταν ακόμα μεγαλύτερη· το μέλι το πουλούσαν στη Βϊβούρτη προς 10—12 γρόσια την οκά. Έννοείται ότι και το μέλι της Σαντάς, όπως και όλων των παραλίων του Πόντου, ήταν παλαλόν, ζαντόν, διότι παντού αφθονούσε η αζαλέα η ποντιακή (τσιφίν), το μέλι της οποίας ήταν φαρμακερό, αφού και τα αγελάδια, που από τη λαιμαργία τους έτρωγαν λουλούδια από το τσιφίν, «έτσιφινίαουσαν» δηλ. δηλητηριάζονταν.
Η κυριώτερη ενασχόληση των γυναικών (γιατί όλοι οι άντρες ήταν στην ξενιτιά) ήταν η αγελαδοτροφία. Κάθε οικογένεια είχε 2—4 αγελάδες γαλακτοφόρες· τον Ιούνιο τις πήγαιναν σον παρχάρ ή σό στάμαν όπου τις περιποιόταν η παρχαρέτσα· τις άρμεγε, έβαζε το γάλα σά καρσάνια για να θογαλίζνε, έκαμνε το βούτορον, μιντζίν και τξορτάνια που θα χρησιμοποιούνταν το χειμώνα. Στό τέλος Αυγούστου τις κατέβαζαν στό χωριό. Για τη διατροφή των αγελάδων (θέρισμα και μεταφορά του χόρτου) φρόντιζαν οι ίδιες οι γυναίκες· και ήταν δύσκολη, δράμα κατά την κοινή έκφραση η διατροφή τους· διότι ο χειμώνας ήταν μακρός (Νοέμβριος έως Απρίλιος) το δε ξρίεμαν (στέγνωμα) του χόρτου δύσκολο, εξ αιτίας της ομίχλης και των βροχών. Πόσες φορές αναγκάζονταν να τά μαζεύουν και να τά σκορπίζουν (ανοίγ'νε) και πάλιν να τά μαζέψουν και να τά σκορπίσουν και ξανά να τά μαζέψουν, πολλές δε φορές να τά παρατήσουν. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα.

Τα χορτολείβαδα, ήταν γύρω από τα χωριά, τα τξαΐρια· αυτά λιπαίνονταν με κοπριά γι' αυτό έδιναν χόρτο χοντρό και μακρύ· αυτά όμως δεν ήταν αρκετά και αναγκάζονταν να θερίσουν και μακριά, στά βουνά, σά ραχία (απόσταση 1—2 ώρας). Κάθε χωριό μοίραζε την έκταση την προωρισμένη για θέρισμα σε μεγάλα τεμάχια, «μερτικά» και κατόπιν τά κλήρωναν. Το χόρτο αυτό ήταν λεπτό, ψιλό· το κουβαλούσαν στην πλάτη αφού το έκαμναν δεμάτια (αγκάλιας, γονατίτσας)· το δε ζουγούδ το κουβαλούσαν μέσα σε μεγάλα τρίχινα σακκιά (χαρλάρια), διότι ήταν κοντό και δε μπορούσε να γίνη δεμάτια και να διαλακίζεται. Πολλές οικογένειες ζούσαν από τα κτηνοτροφικά τους προϊόντα και μόνον, όχι μόνο μεταχειριζόμενες οι ίδιες το γάλαν, υλιστόν, μιντζίν, τξορτάνια και βούτυρον, αλλά και πουλώντας μέρος από αυτά στην Τραπεζούντα ύστερα από πεζοπορία 10—12 ωρών! Μικρά ζώα (πρόβατα, κατσίκια) δεν έτρεφαν· μόνο δυό κοπάδια από κατσίκια υπήρχαν κι αυτά στά Φτελένια, όπου το χειμώνα τρέφονταν από τις βιτομουριές προπάντων, αλλά και από άλλους θάμνους. Στά παλιά τα χρόνια έσπερναν και σιτηρά, όπως έδειχναν πολλά χωράφια· σε απόσταση μάλιστα μισής ώρας από το Πιστοφάντων υπήρχαν χωράφια παλαιά που ὠνομάζονταν Σεξέν βερέν δηλ. τό ένα έδινε ὀγδόντα· στόν καιρό μας ελάχιστοι δυστυχώς καταγίνονταν στην καλλιέργεια σιτηρών. Μερικά από τα χωριά Πινατάντων, Ισχανάντων καλλιεργούσαν και πατάτες· ο σπόρος όμως της πιτάτας εξεφυλλίσθη σε βαθμό που να μή συμφέρη πιά η καλλιέργειά της. Κάποια όμως γυναίκα από το Ζουρνατσάντων έφερε λίγες πατάτες από τη Ρωσία· η επιτυχία ήταν «άνευ προηγουμένου» και η καλλιέργειά της πήρε κάποια ώθηση, όχι όμως εκείνην που έπρεπε. 

Γεροστάθης — Στάθης Αθανασιάδης Πινιατάντων Σάντας (1888-1978)Από τα λαχανικά καλλιεργούσαν φρέσκα κρομμυδάκια, λάχανα άγρια (λαχανίδα) και ήμερα (μάπα με μικρό μέν, αλλά σφιχτό καρπό) και κοκκινογούλια. Με τα φύλλα τους έκαναν βραστήν (είδος σπανακόρυζο) και με τις ρίζες τουρσιά το χειμώνα. Φρέσκα φασολάκια μπορούσαν να ευδοκιμήσουν στις ενορίες Τερζάντων και Κωσλαράντων, αλλά ελάχιστα καλλιεργούσαν. Από τα καρποφόρα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν οι απιδιές. Δεν βρέθηκε όμως κανείς που να προπαγανδίση για τη φύτευση και την καλλιέργειά τους. Καί αυτά μέν ως προς την Σαντά· όμως σε απόσταση μιάμισης ώρας από αυτή, στα Φτελένια, ωρίμαζαν το καλαμπόκι, τα φασόλια, τα μήλα, αχλάδια, δαμάσκηνα και καρύδια.

Στά δάση πάλιν αφθονούσαν οι φουντουκιές, οι περισσότερες με καρπό λεγνοτσέπλικον και με άφθονη παραγωγή κάθε χρόνο, τα διφόρια (μυρτίλλος), τα φραγκοστάφυλα, τα ταφλάνια (άγρια ροδάφινα) στη θέση Άσπρα Κιπάνια, Κοκκινόμπωρα και Μαυρόμπωρα. Απάνω δε στά βουνά ήταν σαχταρίτσας, καρπός που έμοιαζε τα διφόρια, αλλά πιό γλυκός, ο δε θάμνος του είχε ύψος μόνο 10—20 πόντους. Τ' αλευρίτσας ήταν θάμνοι μικροί μέ καρπούς κόκκινους αλευρώδεις. Το φθινόπωρο στη Σαντά άρχιζε από τον Αύγουστο και διαρκούσε ως τέλη Οκτωβρίου· τους μήνες αυτούς φυσούσε νοτιάς, η ομίχλη ερχόταν όχι συχνά και ο καιρός αίθριος. Το φθινόπωρο έπρεπε να θερίζνε τα ραχία, να βγάλουν τις πατάτες και να κουβαλήσουν τα ξύλα για το χειμώνα. Ο χειμώνας άρχιζε το Νοέμβριο και διαρκούσε ως τον Απρίλιο· έξω καμιά εργασία. Οι γυναίκες ύφαιναν σάλια, φοτάδας, φοτοδέμια, κασίκια και τσαντάγια (σαντέτικα) ή έπλεκαν ορτάρια και τοζλούχα. Οι άντρες, όσοι γύριζαν από την ξενιτιά, δεν είχαν καμιά ενασχόληση εκτός από τα χαρτιά και το πιοτό. Η χαρτοπαιξία και οινοποσία είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε αναγκάστηκε η Δημογεροντία να κάμη μονοπώλιο τα πιοτά, προς όφελος των σχολείων. Ο υπάλληλος του μονοπωλίου δεν έδινε παρά ωρισμένη ποσότητα στον καθένα, και στις καθημερινές, καθώς και στους αρραβώνες, γάμους ή βαπτίσεις.  Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.

Κατά το χειμώνα έπεφτε άφθονο χιόνι· πολλές φορές έφτανε τό 1—1,5 μέτρο· όταν δε φυσούσε ο βοριάς τότε αλλοίμονο· δε μπορούσαν να βγούν έξω, και ήταν υποχρεωμένοι να κουβαλήσουν νερό και για τις αγελάδες. Κατά τα Χριστούγεννα συνήθως έρχονταν οι σουλατζήδες (ξενιτάντ')· τότε γίνονταν οι γάμοι, οι αρραβώνες και οι περισσότερες βαπτίσεις. Κάποια κίνηση, ζωή και χαρά παρατηρούσες. Κατά το Πάσχα έφευγαν και η πίκρα έσφιγγε τις καρδιές όλων. Καί όμως, όσοι κέρδιζαν μερικά χρήματα στην ξενιτιά δεν φρόντιζαν να αγοράσουν κανένα σπίτι ή μαγαζί στην Τραπεζούντα ή αλλού παρά τα ξόδευαν να χτίσουν δίπατο ή τρίπατο σπίτι στη Σαντά. Ήταν φιλοπατρία ή οπισθοδρομικότητα ή έλλειψη πρακτικού πνεύματος; Κατά πάσαν πιθανότητα το τελευταίο, γιατί στο Σανταίο πάντοτε το αίσθημα νικούσε το υλικό συμφέρον. Κώμες, Πόλεις & Περιοχές στον Πόντο. Γεωγραφική, Ιστορική και Κοινωνιολογική περιήγηση στον Πόντο.

Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη) - Κλίμα και προϊόντα της Σαντάς - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ