Απ’ την ειδυλλιακή ζωή του Πόντου - Απ’ τη Φάτσα στο Περσεμπέ γιαγλιασή του κ. Ν. Τερζόπουλου (Β' μέρος)
Μπόρα ήταν και πέρασε! κόπασε η βροχή τα ζώα μπήκαν ξανά στη μεγάλη τους φάλαγγα. Είχε αρχίσει ξανά η πορεία. Τα σύννεφα σκορπούσαν εδώ κι’ εκεί και ο ήλιος στέγνωνε τα μουσκεμένα ρούχα. Ξανά τραγουδάκια, ξανά χαρές και ξανά ψυχαγωγία!
Ήταν πιά απόγευμα. Ο δυνατός βορειανατολικός αγέρας σκορπούσε τα σύγνεφα στους τέσσερις ορίζοντες, 'Ο ήλιος αχτινοβολούσε με τις ελπιδοφόρες και ζωογόνες αχτίδες του από τα βάθη του δυτικού ορίζοντα και το κοπάδι προσπερνούσε από τα ριζά του Τσατάλ-Γαγιά!.. Και η φρουρά της οπισθοφυλακής που αποτελούνταν από εκλεκτούς μπρατσωμένους οδηγητές, συνόδευε 2-3 ετοιμόγεννες αγελάδες και μερικές βουβάλες που από τη φύση τους είναι δυσκίνητες και δεν μπορούν να συμβαδίζουν με τα καρά σουγούρ (αγελάδες).
Ο Χατζηπάπον, αδερφός μου και τη Στοφόρ ο Γοργόρτς κρατούσαν στις αγκαλιές τους από ένα χαριτωμένο νεογέννητο μοσχαράκι. Και οι μάνες, οι αιώνιες στοργικές μάνες ακολουθούσαν από κοντά - κοντά τα γιαβρία τους! με νανουρίστικη παρακλητική φωνή και πάσχιζαν να τα λείχουν!.. Μπάααα! ϊϊϊ!.. ϊϊϊ μπάααα!
Τρέχαμε και μείς οι μικροί, που ήταν δικά μας τα μοσχαράκια από κοντά για να τα χαϊδέψουμε. Το δικό μας έμοιαζε απαράλλαχτα τη μάνα του με άσπρο στίγμα στο μέτωπο και στην ουρά μια τούφα άσπρες τρίχες, λεφκούρ τα λέγαμε.
Ώ!.. πόσο ενθουσιαζόμασταν όταν ακούγαμε εκείνη τη συγκινητική κραυγή των μανάδων που συνέχεια διασταυρώνονταν με τις παραπονιάρικες φωνούλες των σπλάχνων!.. «ϊϊϊ μπέεεε; ϊμπάααα!...»
Βράδυ-βράδυ όταν φθάσαμε στο χωριό Γουγουλοτού, έγινε το προσκλητήριο μέσα στο μεγάλο προαύλιο του Φορόζ - Όγλου και βρεθήκαμε όλοι, ζώα και άνθρωποι παρόντες, εκτός από του Γιαρούμ - Αγά τον γούρ (ψαρρή άλογο) που δεν μπόρεσε ν’ αντέξει στις φουρτούνες της Φουρουτζλού, ψόφησε ακριβώς στην τοποθεσία εκείνη όπου σκοτώθηκε και ο περιβόητος λήσταρχος Ταούντ - Ογλού.
Τα Τρία Πέτρας
Την ώρα του προσκλητήριου, πολλά παιδάκια, αγόρια και κορίτσια, μισόγυμνα, ξυπόλυτα και τα πιο πολλά κιτρινιάρικα, είχαν μαζευτεί γύρω μας και μας κύτταζαν από απόσταση με περιέργεια, με φόβο και ντροπή. Κύτταζαν τα καϊμένα, τους «πολιτειανούς». Ποιός ξέρει κείνη τη στιγμή τι σκεφτόταν μέσα στο μυαλουδάκι τους!!! Οι τρανοί του χωριού: Ο Σιβρόγλους ο Σάββας, ο Αφορόζογλου ο Κώτας, ο Γαρά - Κιαούρ ο Τσαχούρτς, κανόνισαν τα σπίτια που θα φιλοξενούμασταν, δεν είμασταν και λίγοι!. Οι περισσότεροι από μας τακτοποιηθήκαμε κατά προτίμηση στα σπίτια των πιο στενών γνωριμιών μας, όπου είχαμε και ανάλογη περιποίηση. Θυμάμαι με τι όρεξη τρώγαμε κείνη τη βραδυά τα απλά μα νόστιμα ποντιακά φαγιά που μας προσέφεραν οι φιλόξενοι πατριώτες μας του Γουζούλ – Οτού. Φάγαμε μαύρα λάχανα με φασόλια με κόκκινο καυτερό πιπέρι μαγειρεμένα από προχθές! Τσουμούρ από ζεστό λαβάσ̌ φούρνικου αλευριού, με μπόλικο φρέσκο αγελαδίσιο βούτυρο!... Φούστρο από 12 αυγά πλημμυρισμένα μέσα σε βούτυρο. Πρόβιο γιούρτι σά νάταν παγωμένο!. Φάγαμε με την ψυχή μας τα εξαίρετα μοσχοβολημένα αγαθά της ποντιακής μας κουζίνας.
Νωρίς το πρωί, μαζευτήκαμε όλοι και ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε. Επειδή ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από κατάμαυρα σύννεφα και από βαθειά ακούγονταν βροντές, οι γέροντες χωρικοί διάκριναν σημεία καταιγίδας, μας συμβούλεψαν να μη βγούμε ακόμα στο δρόμο. Στο μεταξύ όμως τα ζώα πεινούσαν και έπρεπε να τα βγάλουμε στη βοσκή. Αφού οι οδηγητές μας αποχαιρέτησαν τους πατριώτες και πατριώτισσες μας που μας είχαν φιλοξενήσει, ξεκινήσαμε με το κοπάδι μας, ως πέρα από τα σπαρμένα χωράφια όπου και τ’ αφήσαμε να βόσκουν.
Ως εκεί μας είχαν συνοδέψει και αρκετοί «Γαβριάδες» του χωριού για να ξεπροδρομίζουν ή να καμαρώσουν της πολιτείας τους συνομήλικούς τους. Μπά! εμείς πού να στεκόμαστε ήσυχοι; Στεγνωμένοι, χορτασμένοι και ξεκουρασμένοι, ποιός μπορεί να μας συγκρατεί; Αμέσως το στρώσαμε στα παιγνίδια. Αρχίσαμε από τα «Τρία πέτρας» που ήταν το πιο συνηθισμένο και το πιο αγαπημένο παιγνίδι μας. Παίζαμε 6 Φάτσαληδες από τη μία πλευρά και ισάριθμα συνομήλικα παιδάκια του χωριού από την άλλη πλευρά. Οι δυό αντίπαλες ομάδες χωρίζονταν σε απόσταση 15 - 20 βήματα. Στήνανε από τρία μακρουλά λιθάρια στη γή και αφού κάνανε «μονά ή ζυγά» ρίχνανε από τρείς πέτρες ο καθένας με την σειρά πάνω στις στημένες πέτρες. Όποιας ομάδας οι πέτρες ανατρέπονταν ήταν υποχρεωμένοι να μεταφέρουν στην πλάτη τη νικήτρια ομάδα τρείς φορές από έδρα σε έδρα. Και έτσι τα κέρδη και οι ζημιές ως το φριχτό τέλος του παιγνιδιού μας ήταν σχεδόν αμοιβαίες. Πότε εκείνοι μας κουβαλούσαν και πότε εμείς εκείνους. Κάποια φορά όμως που ήταν η σειρά μου να ρίξω, κατά διαβολική σύμπτωση... Ω!.. ανάθεμα και κατάρα νάχε κείνη η στιγμή. Κάθε φορά που τη θυμάμαι, ας έχουν περάσει και πολλές δεκάδες χρόνια, αισθάνομαι να τρέμει η ψυχή μου και με πιάνει μελαγχολία, ας είμουν και απαλλαγμένος από οποιαδήποτε πρόθεση.
'Όπως και νάναι το δράμα παραμένει δράμα! "Εσβυσε η ζωούλα ενός παιδιού. Σκοτώθηκε ένας άνθρωπος!.. Η τελευταία μου πέτρα που είχα ρίξει που θάταν και το τέλος του παιγνιδιού μας, χτύπησε στο κεφάλι ένα παιδάκι 3 - 4 χρόνων που στέκονταν ή περνούσε κείνη τη στιγμή μπροστά από τις πέτρες των αντιπάλων μας.
Το καϋμένο τ’ αγγελουδάκι, σαρώθηκε στη γή βαρειά τραυματισμένο, με τό: «Όϊ Μάνα’ μ’!...». Το κουβάλησαν στη ράχη μισοζώντανο για το χωριό και μείς το δώσαμε στα πόδια κάτω από ραγδαία βροχή, σχεδόν τρεχάτοι. Στο χωριό είχαν μείνει οι δυό λεχώ αγελάδες και άλλες τρείς ετοιμόγεννες και οι βουβάλες με τα παλάκια τους. Επίσης είχαν μείνει και οι Χατζη-Πάπον, ο Μιλτιάδης και ο Γοργόρτς που μαζί με άλλους μεταφέρανε τον τραυματία. 'Ύστερα από αρκετό δρόμο που είχαμε προχωρήσει, ήταν πιά απογευματινές ώρες, σταματήσαμε εκεί σ’ ένα καλό λιβάδι ν’ αναπαυθούμε για να βόσκουν και τα ζώα.
Σέ λίγο κατέφθασαν οι δικοί μας τρεχάτοι και χαρούμενοι για να μας αναγγείλουν πως το παιδάκι συνήλθε και πως γρήγορα θα γίνη καλά. Μαζί τους ήταν και ο γιός του Συβρή του Σάββα σταλμένος από τον πατέρα του, που ήταν ο αρχηγός του χωριού, για να μας καθησυχάσει. Δυστυχώς ύστερα από τρείς βδομάδες υπέκυψε το καϊμένο στο θανάσιμο τραύμα του. Πέθανε!.. πέθανε για να γίνω άθελα μου φονιάς.
Κείνη τη νύχτα της Τρίτης μείναμε στο τούρκικο χωριό Κεϊτερέ. 'Ήταν πανσέληνος και στον ουρανό φαίνονταν που και που κομματάκια από άσπρα σύννεφα που διαρκώς σβύνανε. Εκεί διανυκτέρευσαν και πολλά «Κιώτσια», ανάμεσά τους και η δικιά μας οικογένεια, που κατέφθασαν πιο αργά από μας. Όλη τη νύχτα οι νέοι και οι νέες, τα αντρόγυνα και οι γέροι ακόμα, με τις γριές τους, ζούσαν τη χαρά της εκστρατείας για την Αλλαγή. Μέσα στις πλατιούλες της Κέστερες, έτσι λέγονταν το χωριό, και στις αυλές τραγουδούσαν και χορεύανε τους αθάνατους συρτούς χορούς με την αθάνατη λύρα.
Ν. Τερζόπουλος – 1961
Απ’ την ειδυλλιακή ζωή του Πόντου - Απ’ τη Φάτσα στο Περσεμπέ γιαγλιασή του κ. Ν. Τερζόπουλου – Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961 Φάτσα - Σίδη - Φάβδα - Φαδισάνη - Φάδισα του Πόντου - Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
