Η Αργυρούπολη του Πόντου

χαλδία,αργυρούπολη,κιμισχανά,κιουμουσχανέ,κάνινΗ Αργυρούπολις.
Υπήρξε έδρα της επαρχίας Χαλδίας αλλά και της διοίκησης της και αργότερα της νομαρχίας Κιουμουσχανέ. Λεγόταν δε Κιουμουσχανέ επειδή υπήρξε τόπος κοιτασμάτων αργύρου και είχε πλούσια μεταλλεία στην ευρύτερη περιφέρεια της, όπως : το Κούρκ Παυλίν, το Χαζνά – μαγαρά, το Ζουντούρ και άλλα. Η πόλη ήταν επίσης γνωστή και με το όνομα Κάν και ο κάτοικος λεγόταν Κανέτες (θυλυκό Κανέτσα), παίρνοντας το όνομα της επι εποχής Βυζαντινών, απ’ την εξορισμένη εκεί οικογένεια των τιμαριωτών Ικανάντων όπως είδε σε χειρόγραφο της Ι.Μονής Χουτουρά και διηγείται ο ηγούμενος της, Κύριλλος Ξενίδης. Κατοικήθηκε απ’ την μητρόπολη Κάν ή Τσάγχας που απέχει περίπου μία ώρα απόσταση. Απ’ τους Καρδούχους και τους Τούρκους της Μεσογείου ήταν γνωστή ως Τσάντσα (εκ της Ζάγχης) πατρίδας του διάσημου (επι εποχής Κομνηνών) τιμαριωτικού οίκου των στρατηγών Ζανηχιτών. Κτίσθηκε στην διαφιλονικούμενη ομηρική θέση “Αργύρου γενέθλη” και το όνομα Αργυρούπολις της δόθηκε το 1848 από το αείμνηστο τέκνο και αναμορφωτή του Πόντου κ Γεώργιο Κυριακίδη, ενώ στα παλιότερα χρόνια καλούνταν Κάν και ο επίσκοπος της προσαγορευόταν ως επίσκοπος Κανείου. Βρίσκεται σε έξοχη αμφιθεατρική θέση και παρέχει πανοραμική όψη (Πρβλ Cumont,Studia Pontica τόμ. ΙΙ, σελ.365). Περιβάλλεται από βουνά (δίκην φρουρίων/ωσάν να περιστοιχίζεται από φρούρια/σχήμα λόγου) και τα ονόματά τους ήταν : Κουρκουλέτσου, Καραϊσάρ-γωνέας & Κόπ, και απ’ τα οροπέδια Ηλίπουριν, Σταυρωτόν-ραχ̌ίν, Βουνέτην, Άγιον Θεόδωρον, πηγάζουν έξι ρυάκια τα οποία ενώνονται στο κέντρο της πόλης και σχηματίζουν μεγάλο χείμαρρο που χύνεται στον Κάνιν ποταμό κοντά στη θέση Δεμίρ-καπού.Τα δύο τμήματα της πόλης ενώνονται και επικοινωνούν μέσω τριών πέτρινων γεφυρών. Επίνειο της Αργυρούπολης ήταν το Ταλταπάν όπου δημιουργήθηκε η νέα Αργυρούπολις. Είχε έξι χριστιανικές ενορίες που έπαιρναν το όνομα τους απ’ τους φερώνυμους ναούς : του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Στεφάνου ή Λειβαδίου, της Παναγίας, του Τιμίου Σταυρού, του Αγίου Θεοδώρου, του Τιμίου Προδρόμου, μια αρμενική της Αγίας Σοφίας και δύο τουρκικές στο κέντρο της πόλης, το Ουλού-τσαμί μεχαλέ και το Κιουτσούκ-τσαμί.

Παρακολουθείστε το αφιερωματικό μας βίντεο στην Αργυρούπολη του Πόντου

χαλδία,αργυρούπολη,κιμισχανά,κιουμουσχανέ,κάνινΙστορικά, για την ίδρυση της Αργυρούπολης έχει γράψει σχετικώς ο κ Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης (Κάνις) στην “Ξυνωρίδα” σελ.175 & στους “Αρχιμεταλλουργούς του Πόντου” σελ 23.
Εκατό χρόνια προ της αλώσεως του Πόντου απ’ τους τούρκους, λόγω της δασώδους μορφολογίας της θέσεως της Αργυρούπολη διέμεναν έλληνες ομογενείς ανθρακωρύχοι οι οποίοι κατασκεύαζαν χρήσιμα ξύλα και κάρβουνα για τα μεταλλεία. Κάποτε, ένας κάτοικος της Τσάγχας ανέβηκε στην περιοχή του φρούριου για να ξυλεύσει (να κόψει ξύλα), είδε ένα φως προς το μέρος της Αργυρούπολης και οδηγούμενος απ’ το φώς ανακάλυψε το παρεκλλήσιο του Αγίου Θεοδώρου στο οποίο συνυπήρχε και μονύδριο. Κάποιος άλλος ανακάλυψε φλέβα μεταλλείων αργύρου και ειδοποίησε το τοπάρχη της Τσάγχας, οπότε ξεκίνησε η εκμετάλλευση αλλά και η εγκατάσταση εκείνου του τόπου.
Οι πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά την πτώση της Τραπεζούντα ήταν των Κετσετσήδων, η οποία κατοίκησε την ενορία του Αγίου Γεωργίου, καθώς και οι οικογένειες των Αηδονοπούλων και των Μπαμπάνων, κι έπειτα οι Διακονίδες απ΄το Αγρίδ της Μούζενας και πολλές άλλες μετά κυρίως μετά την κατακράτηση του Ιερού Ναού του Αγίου Φιλίππου της Τραπεζούντας του οποίου τα κειμήλια διέσωσαν στην Αργυρούπολη. Εργάζονταν λοιπόν στα μεταλλεία και έδιναν φόρο επιτηδεύματος που ονομαζόταν σαλιάν ή σαλγουνί στους κατά τόπους βέηδες και αγάδες κι εκείνοι στους βασιλικούς εισπράκτορες, διότι οι τούρκοι λαός κατακτητικός, δεν αγαπούσε καθόλου τα ορεινά μέρη και ασχολούνταν πολύ με τα όπλα.
Αυτή η κατάσταση επικρατούσε μέχρι το 1580 οπότε ο Σουλτάνος Μουράτ ο Γ’ (σύζυγος της Μαρίας Γκιούλ Μπαχάρ της Λιβεραίας) ήρθε στην Αργυρούπολη και τακτοποίησε τα των μεταλλείων, διόρισε αντί των αγάδων στην εποπτεία των μεταλλείων τους Ματέν-Εμίνιδες και μερικούς διευθυντές αρχιμεταλλουργούς (κοινώς Ουστάμπασηδων) έλληνες ομογενείς, και τέτοιες ήταν οι οικογένειες των Σαρασίτων, Σταυράκογλουδων, Καλλιμαχίδων, Καρατσάδων, Καστελλιωτών, Λογίζωνων, Γρηγοράντων, Ουστόγληδων και άλλων. Τότε τα μεταλλεία κηρύχθηκαν προνομιούχα, κοινώς Μπεγλετσήδες, και η επαρχία της Χαλδίας κέντρο και δεξαμενή απαραβίαστου ελληνισμού. Εκείνη την περίοδο η Αργυρούπολη αριθμούσε 60.000 κατοίκους ενώ το εμπόριο και οι τέχνες ανθούσαν και προόδευαν, οπότε δόθηκε εντολή να κοπούν νομίσματα στην Αργυρούπολη με το όνομα Κιουμουσχανέ. Έμποροι απ’ το Χαλέπι και τη Δαμασκό έρχονταν για να πωλήσουν τα εμπορεύματά τους σε αγοραστές που προέρχονταν απ’ τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Άριστοι χρυσοχόοι απ΄τις περιοχές Βάν και Βιλτίς ήρθαν στην Αργυρούπολη και διέσωσαν την τέχνη τους. Διαπρεπείς αγιογράφοι απ’ την Πελοπόννησο, το Άγιον Όρος και τα Ιεροσόλυμα αγιογραφούσαν τους ιερούς ναούς της Αργυρούπολης και γενικότερη ευμάρεια και πλούτος διακρινόταν παντού. Εκείνη την εποχή στην Τραπεζούντα γινόταν διωγμός εναντίων των χριστιανών από τον Ισκεντέρ πασά (τον άλλοτε επίσκοπο Όφεως Αλέξανδρο ο οποίος αλλαξοπίστησε και για τον οποίο έχουμε κάνει εκτενή αναφορά μας σε αφιερωματικό βίντεο για την περιφέρεια του Όφεως), άλλοι ομογενείς έλληνες χριστιανοί τούρκεψαν ενώ άλλοι έφυγαν στην Κωνσταντινούπολη και στη Ουγγροβλαχία, ενώ στην Αγυρούπολη επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Η επισκοπή Κάνεως το 1650 προήχθη σε αρχιεπισκοπή. Εν των Βερατίω, όπου ο Φατίχ έδωσε των Πατριάρχη Γενναδίω φέρεται η Αργυρούπολις ως έδρα αρχιεπισκόπου (Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδη “Ιστορίαν οθωμανικής αυτοκρατορίας” τόμος Β, σελ.253) ενώ το 1765 αναφέρεται ως Μητρόπολις. Άνθησαν τα σχολεία και απ’ το Ελληνικόν Φροντιστήριον που συστάθηκε και λειτούργησε απρόσκοπτα απ’ το 1723 ως το 1923, αποφοίτησαν φιλότιμοι και επιμελείς τρόφιμοι οι οποίοι άνοιξαν σχολεία όχι μόνο στη γύρω περιοχή αλλά και σε άλλες επαρχίες όπως τη Θεοδουσιόπολη, το Βαϊβούρτ (Παϊπούρτη), Ερζιγγιάν, ως και στην Μεσοποταμία. Όλοι οι μητροπολίτες που κατάγονταν απ’ την Χαλδία ήσαν όλοι μορφωμένοι και πεπαιδευμένοι και είχαν όνειρο τους την διάδοση των γραμμάτων. Οι διάσημοι αρχιμεταλλουργοί πρόσφεραν χρηματικά ποσά στα σχολεία αλλά και στον στολισμό των ιερών ναών και μονών δίνοντας πλούσια αναθήματα (αφιερώματα), χρήματα, ακίνητα, κτήματα, καθώς τόσο οι ιεροί ναοί και οι μονές αργότερα αποτέλεσαν άγκυρα σωτηρίας για τον λαό. Όπως σημείωνε δικαίως στα “Ποντικά” του, ο κ Περικλής Τριανταφυλλίδης, η Αργυρούπολη υπήρξε εστία ελληνισμού απ’ όπου διοχετεύθηκαν και διαμοιράστηκαν σε διάφορα μέρη της Ανατολής πολυπληθείς ελληνικές κοινότητες. Στην ακμή της Αργυρούπολης δεν ωφελήθηκε μόνο το έθνος αλλά και η ιεραρχία της εκκλησίας καθώς πατριάρχες και αρχιερείς έρχονταν για να αγιάζουν τον τόπο και λάμβαναν πλούσια τα ελέη των χριστιανών (όρα Ποντιακά Ανάλεκτα σελ 35-36 Γ.Θ.Κανδηλάπτη)
χαλδία,αργυρούπολη,κιμισχανά,κιουμουσχανέ,κάνινΕνδεικτικά στατιστικά στοιχεία των προνομίων που απολάμβανε η Αργυρούπολη και οι κάτοικοι της είναι ότι κατά τον τρομερό ευρωπαϊκό πόλεμο ενώ όλος ο Ελληνισμός της Ανατολής εξοριζόταν και αποδεκατιζόταν , στην Χαλδία και στην Αργυρούπολη δεν υπήρξε καμία απολύτως ζημία κι ενώ σε άλλες χώρες η τιμή του άρτου ανέβηκε στα 24 γρόσια, στην Αργυρούπολη πωλείτο προς 8 γρόσια.
Δυστυχώς την ακμή την ακολουθεί ιστορικά η παρακμή. Ελλείψει τεχνικών μέσων παραμελήθηκε η καλλιέργεια των μεταλλείων της Αργυρούπολης, ανακαλύφθηκαν τα πλούσια κοιτάσματα στο Καπάν και στην Άργονη οπότε συγκεντρώθηκε εκεί ο πληθυσμός ενώ άλλοι μετοίκησαν στο Άκ-Δάγ, Μπερεκετλή-Ματέν, Βαγά-Ματέν, Σίς, Χατζή-κιοη. Επιπλέον είχε κατέβει ως την Αργυρούπολη ο νικηφόρος ρωσικός στρατός υπό την ηγεσία του ρώσου στρατηγού Πασκίεβιτς ο οποίος σύνηψε ειρήνη με την τουρκική ηγεσία γενόμενος αίτιος ώστε πολλοί έλληνες λόγω φόβου να τον ακολουθήσουν στη Ρωσία και να κατοικήσουν περί την Σταυρούπολη και Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ) με αποτέλεσμα τόσο η Αργυρούπολη όσο και πολλά χωριά να εκκενωθούν. Λόγω την ελληνικής επανάστασης επήλθε πολύ μεγάλη ψυχρότητα μεταξύ ελλήνων και τούρκων. Οι τούρκοι άρχισαν να βλέπουν αγριότερα του χριστιανούς. Μεγάλη ώθηση στην μετανάστευση του πληθυσμού της Αργυρούπολης έδωσε ο Κριμαϊκός πόλεμος και η ταυτόχρονη ανακήρυξη ως Ορθόδοξων Χριστιανών των Σταυριωτών δίπιστων (κλωστών). Όλα αυτά βλέπων ο αείμνηστος διδάσκαλος του γένους Γεώργιος Κυριακίδης πρότεινε την μετανάστευση των Αργυρουπολιτών σε κάποιο παράλιο μέρος του Εύξεινου Πόντου για να ιδρύσουν την νέα Αργυρούπολη. Δυστυχώς η πρόταση αυτή δεν μπόρεσε να επιτευχθεί αλλά διέβλεψε ο ίδιος ότι δια της παιδείας θα σωζόταν η κατάσταση. Όταν τελείωσε τις πανεπιστημιακές του σπουδές στη Αθήνα, επέστρεψε στην Αργυρούπολη όπου εργάστηκε επι 25ετία προάγοντας το Φροντιστήριον, συστήνοντας (ιδρύοντας) σχολεία και αδελφότητες σε όλη την επαρχία τόσο στην Τραπεζούντα όσο και στην Κωνσταντινούπολη την Τιφλίδα και το Ερζερούμ έχοντας ως δεξί του χέρι τον αείμνηστο μητροπολίτη Χαλδίας Γερβάσιον Σουμελίδη. Δυστυχώς η πόλη έφθινε και ο πληθυσμός συρρικνώθηκε στις 6.000 ψυχές εκ των οποίων οι 2.500 ήταν Έλληνες, οι 1.000 Αρμένιοι και οι λοιποί μωαμεθανοί.
χαλδία,αργυρούπολη,κιμισχανά,κιουμουσχανέ,κάνινΤα δημόσια κτίσματα της Αργυρούπολης ήταν οι περικαλλείς και πλούσιοι ναοί, ο μητροπολιτικός ναός που ιδρύθηκε (3η φορά) το 1723 με τα εντός αυτού παρεκκλήσια των Τριών Ιεραρχών, του Γεννεσίου της Θεοτόκου, των Αγίων Κωνσταντίνου & Ελένης, της Αγίας Τριάδος και των Ταξιαρχών που εγκαινιάστηκαν στο 1929 υπο των μητροπολιτών Χαλδίας Ιγνάτιον, Φυτιάνου του Σκρίβου του Α’, του Θεοδοσιουπόλεως Αζαρίου Γρηγοράντου, του Σελευκείας Γρηγορίου (πρώην Χαλδίας) και του Τραπεζούντος Ανανίου. Επίσης ο Άγιος Στέφανος στην ενορία Λειβαδίου με την μονή των καλογραιών της κοιμήσεως της Θεοτόκου που ιδρύθηκε απ’ τον αρχιμεταλλουργό Αθανάσιο Καστελιώτη το 1723 όπως διαλαλεί και ο σχετικός κώδικας της μονής που είχε στην κατοχή του ο κ Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης. Ο Τίμιος Σταυρός το 1832. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος το 1736 και ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων που ήταν ο αρχαιότερος ναός, το 1580. Όλοι οι ιεροί ναοί προικίστηκαν με πλούσια κειμήλια και δωρεές τόσο απ’ τους Αρχιμεταλλουργούς όσο και απ’ τους απλούς χριστιανούς. Απ’ τις δωρεές αυτές, 68 οκάδες αργύρου τις έλιωσαν και τις έδωσαν ως αντίτιμο για την αγορά προσοδοφόρων κτημάτων για το Ελληνικό Φροντιστήριο. Πέρα απ’ τα παρεκκλήσια εντός των ιερών ναών, στην ενορία του Αγίου Γεωργίου υπήρχαν και λοιπά, ως του Αγίου Ιωάννου Κετσετσή, η Παναγία Χανακάδων ιδρυθείσα το 1613 υπό του ιερέως Ανδρονίκου και ανακαινισθείσα το 1902 με την πρωτοβουλία του Γεωργίου Π. Λουκά. Ο Άγιος Χριστόφορος στην συνοικία Μισαλά, ο Άγιος Παντελεήμωνας κοντά στην αρμενική μονή του Βάγκ. Στην ενορία του Αγίου Ιωάννη υπήρχαν τα παρεκκλήσια της Αγίας Μαρίνας και ο Άγιος Γεώργιος πίσω απ’ το Κόπ. Στην ενορία του Αγίου Θεοδώρου υπήρχαν τα παρεκκλήσια του Αγίου Κωνσταντίνου και του Αγίου Δημητρίου της Ρωμάϊσσας ο Χούη-κεσέν.
Τεμένη υπήρχαν του Ουλού-τσαμισή ή Σουλεϊμανιέ, ιδρυθέν απ’ τον σουλτάνο Σελίμ εξ’ ου και η πόλις γνωριζόταν ως Σουλεϊμανιέ στην οποία ο σουλτάνος Χαμίτ δώρησε μια τρίχα απ’ τα γένια του Μωάμεθ, και το τέμενος των δίπιστων χριστιανών Κιουτζούκ τσαμισί στο ανατολικό μέρος της πόλης. Το Σεράϊ τσαμισί και το εγκαταλελειμμένο τέμενος της Αγίας Σοφίας σε αρχαίο χριστιανικό ναό στο οποίο έκαιγε από μόνη της αυτόματα κατά περιόδους μια καντήλα αλλά εγκαταλείφθηκε λόγω του μιναρέ που υπήρχε εντός της.
Άλλα δημόσια κτίρια ήταν, το μέγαρο του Ελληνικού Φροντιστηρίου που ιδρύθηκε το 1879 δια κόπων του Γεωργίου Παπαδόπουλου και αποτελούνταν από πλήρη αστική σχολή και πέντε γυμνασιακές τάξεις με 12 καθηγητές και διδασκάλους και πάνω από 300 τροφίμους. Ένα καλλιπρεπές παρθεναγωγείο με 3 διδασκάλισσες και μιας νηπιαγωγού και 120 μαθητριών, ενώ κάτω απ’ το παρθεναγωγείο, σε ισόγειο χώρο ο Μητροπολίτης Χαλδίας Λαυρέντιος είχε ιδρύσει στο ταπητουργείο “Πηνελόπη”. Το μέγαρο του εκπαιδευτικού συλλόγου ο “Κυριακίδης” απ’ το όνομα του μεγάλου διδασκάλου και ευεργέτη του Πόντου Γεωργίου Κυριακίδη που είχε και μεγάλο θέατρο εντός του. Υπήρχε επίσης η υπό του μητροπολίτου Γερβασίου Σουμελίδη μητρόπολη που είχε 4 πατώματα και κήπο και ιδρύθηκε το 1886. Διατηρούσε φιλόπτωχο αδελφότητα για τις ενδεείς οικογένειες της πόλης και της επαρχίας. Άλλα κτίρια ήταν : η αρμενική σχολή (Σχολαρχείον), η τουρκική Ρουστιέ, τρείς μεντρεσέδες (σχολεία), το νεόκτιστο Διοικητήριο ιδρυθέν το 1910 υπό του διοικητού της Αργυρούπολης και αργότερα υπουργού των Ταχυδρομείων και Τηλεγραφείων Ιβραχίμ Σοσέ εφένδη. Υπήρχαν επίσης, ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, απέραντα πανδοχεία ως του Ηγουμένου Τσιράχ, Τιμίου Σταυρού και άλλα.
Χαλδία,κάν,κάνιν,κάνεως,κιμισχανά,κιουμουσχανέ,ΑργυρούποληΗ πόλη είναι χτισμένη αμφιθεατρικά και έχει εξαιρετικό κλίμα, οι βρύσες έχουν καθαρό και γάργαρο νερό και την περίοδο του θέρους αποτελούσε πόλο έλξης των Τραπεζουντίων και των εν Τραπεζούντι Αργυροπολιτών.
Μετά τον πόλεμο πολλοί Αργυροπολίτες μετανάστευσαν στη Ρωσία και από κεί κατά την ανταλλαγή πήγαν στην Ελλάδα, ενώ οι οικογένειες που είχαν μείνει στην Αργυρούπολη ήταν μόλις 120 και οι οποίες με τον διωγμό κατέφυγαν στην Νάουσα στη θέση Νέα Αργυρούπολη όπου και μετέφεραν τα κειμήλια των ιερών ναών και την πλούσια βιβλιοθήκη του Φροντιστηρίου όπου και σχηματίστηκε κοινότητα Αργυροπολιτών με 200 οικογένειες διατηρώντας τα αρχαιοπρεπή και ιερά ήθη και έθιμα της πρώτης πατρίδος τους.
Άλλα κέντρα Αργυροπολιτών ήταν η Θεσσαλονίκη, το Κιλκίς και ιδιαίτερα το χωρίον Στρέζοβο μετονομασθέν σε Αργυρούπολις, ο Πειραιάς και τα Κομνηνά περιφέρεια των Αθηνών.
Οι εναπομείναντες τούρκοι της Αργυρούπολης κατέβηκαν στην Τραπεζούντα, άλλοι στη νέα Αργυρούπολη που λέγεται Ταλταπάν και έμειναν ελάχιστοι πίσω για να ασχολούνται με την κηπουρική.
Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία και το παρελθόν της Αργυρούπολης η οποία σαν μητρόπολη της Χαλδίας συνετέλεσε τα μέγιστα στην αναμόρφωση του λαού ώστε κανείς Χαλδιώτης να μην είναι αγράμματος και όσοι επιστήμονες απ’ την Αργυρούπολη έφτασαν στην Ελλάδα διακρίθηκαν, διέπρεψαν και δόξασαν το όνομα της πατρίδος (του Πόντου).
Η Αργυρούπολη γέννησε μεγάλους άνδρες της πολιτικής, οικονομικής, θρησκευτικής, επιστημονικής κοινότητας και λαμπρύνεται απ’ τα έργα και τις ημέρες τους. Απ’ την Αργυρούπολη κατάγονταν επίσης οι Μητροπολίτες Χαλδίας Θεόκλητος και Ιγνάτιος ο Β’ ο Κουθούρ, ο Θεοδοδιουπόλεως Αζαρίας, ο Ιωαννίνων Γερβάσιος Ωρολογάς, ο Αλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης, ο μέγας διδάσκαλος Γεώργιος Κυριακίδης ο Παπαδόπουλος, ο ακαταπόνητος καθηγητής Δημοσθένης Ηλ, Οικονομίδης, ο Θωμάς Παυλίδης και πλήθος πολιτευομένων.

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ