Επαρχία Κιουρτουνίου, Ιστορικό και γεωργαφικό σημείωμα Κιουρτούν

τορούλ,κιουρτούν,Δέσμαινα, Σιμικλή, Γαργάαινα, Τσαερά, Σαρίμπαμπα, Αχτσιά, ΜπέϊταλαΤο Κιουρτούν αποτελεί τμήμα της υποδιοίκησης Τορουλίου (Τορούλ) και είχε τα εξής χωριά ελληνικά αλλά και μικτά : Δέσμαινα, Σιμικλή, Γαργάαινα, Τσαερά, Σαρίμπαμπα, Αχτσιά, Μπέϊταλα. Τα χωριά αυτά βρίσκονταν επι του ποταμού Κιουρτούν που ήταν παραπόταμος του Χαρσιώτου (Κάνεως) στον οποίο χύνεται κοντά στο χωριό Τσαερά και περιλαμβάνονται μεταξύ των ορέων Αχίλμπαμπα και Άεν-Παύλου.
Έδρα του μουδίρου (κατώτατου αξιωματικού) ήταν την περίοδο του Καλοκαιριού η Δέσμαινα ενώ την περίοδο του Φθινοπώρου και του Χειμώνα, η Τσαερά. Οι Κιουρτουνιώτες διακρίνονταν για την απλότητα τους αλλά και για τις επιδόσεις του στον εμπόριο. Το καλοκαίρι ασχολούνταν με την γεωργία και κτηνοτροφία στα παρχάρια όπου υπήρχε πλούσια βλάστηση για βοσκή των ζώων, ενώ το Χειμώνα κατέβαιναν ομαδικά προς τα παράλια χωριά της Ελεβής και Τριπόλεως όλου σχεδόν όλοι είχαν κτήματα.
Το Κιουρτούν μέχρι το 1700 εκκλησιαστικώς υπαγόταν στην Μητρόπολη Τραπεζούντας ενώ με ενέργειες των παντοδύναμων τότε αρχιμεταλλουργών περιελήφθη στη Μητρόπολη Χαλδίας. Ως γνωστόν οι αρχιμεταλλουργοί μπορούσαν τότε με την εξουσία και επιρροή που είχαν να επηρεάζουν και πετυχαίνουν εύκολα την επέκταση της επαρχίας τους.

Οι έλληνες κάτοικοι του Κιουρτουνίου είχαν την ίδια γλωσσική διάλεκτο, όπως τα ίδια ήθη και έθιμα με του κατοίκους του Τορουλίου με ελάχιστες παραλλαγές όπως λ.χ. η κατάληξη του α’ πληθυντικού του ενεστώτος ..-μες : έφαγαμες, επήγαμες, εχάσαμες, αντί του έφαγαμε, επήγαμε, έχασαμε). Δεν πρόκοψαν στα γράμματα όπως οι λοιποί κάτοικοι της Χαλδίας και αιτιολογείται αυτό λόγω της τακτικής τους μετακίνησης (μετοικεσίας) ώστε αδυνατούσαν όσο βρίσκονταν στις παράλιες πόλεις την περίοδο του χειμώνα να συντηρήσουν τα σχολεία τους ούτε καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού που βρίσκονταν στα ορεινά χωριά. Οπότε στην περιφέρεια τους αρκούνταν στο να έχουν ένα δημοτικό σχολείο και έναν διδάσκαλο σε κάθε χωριό.
Όπως η Χαλδία έτσι και το Κιουρτούν πολλάκις ερημώθηκε και κατοικήθηκε εκ νέου. Κατά τον 12ο & 14ο αιώνα πολλοί μετοίκησαν στα Κοτύωρα αλλά και σε ορισμένα χωριά της Νικομήδειας.
Σώζονταν ερειπωμένοι βυζαντινοί ναοί σε όλη την επικράτεια του Κιουρτουνίου με κυριότερο εκείνο της Αγίας Σοφίας στη Δέσμαινα ο οποίος είχε μετατραπεί αργότερα σε τζαμί.
Άλλη πιθανή ετυμολογία της λέξεως Δέσμαινα είναι απ’ τη λέξη δέσμι (ηδύοσμος), και οι κάτοικοι καλούνταν Δεσμαινέτες και Δεσμαινέτσα.
Κατά την εποχή της φεουδαρχίας, το Κιουρτούν αποτέλεσε φέουδο του Τερέμπεη Χαδζαλόγλου, ενός ανθρώπου θηριώδους και φοβερού διώκτη των χριστιανών. Διέμενε στη Δέσμαινα όπου υπήρχε μια τεράστια ιτιά στην οποία κρεμούσε τους παραβάτες των διαταγών του και εξ’ αυτής της ιστορικής αλήθειας η Δέσμαινα τουρκιστί λεγόταν Σογιούτ ελί (σκοτώστρα ιτιά).
Ο μόνος χριστιανός που απολάμβανε την συμπάθεια του αιμοδιψούς εκείνου τυράννου λόγω της ευφυΐας και ευθυκρισίας του ήταν ο Χατζη Νικόλαος Κοτσάμπασης (Κεφαλίδης) απ’ την Δέσμαινα, ο οποίος έσωσε πολλούς έλληνες απ’ τα νύχια του χαδζαλόγλου. Χάρις στις συμβουλές του Χατζη Νικόλα, ο τερέμπεης χάρισε τη ζωή σε έναν ληστή, τον Τελή Χασάν, που λυμαινόταν εκείνη την περιοχή. Αργότερα, περί τις αρχές του 19ου αιώνα ένας άλλος φεουδάρχης ο τερέμπεης του Κανίου με στρατηγό τον Κιόρ Γιουσούφ πασά ξεκίνησε εκστρατεία κατά του Χαδζαλόγλου και εισέβαλαν στο Κιουρτούν. Με την βοήθεια όμως εκείνου του Τελή Χασάν σώθηκε ο τύραννος Χαδζαλόγλου αποκρούοντας την επιδρομή.
Λόγω των φοβερών παραπόνων που ακούγονταν εναντίων των τερέμπεηδων, ο Σουλτάνος Μαχμούτ αποφάσισε να καταργήσει το φεουδαρχικό σύστημα και να καθυποτάξει τους τερέμπεηδες. Οπότε, απέστειλε στρατό και κατά του Χαδζαλόγλου ο οποίος όμως οχυρωμένος πίσω απ΄ το ορεινό και δύσβατο έδαφος απέκρουσε τις επιδρομές και τις προτάσεις περί παραδόσεως του.
Τότε, ο στρατηγός των σουλτανικών στρατευμάτων πολιόρκησε το φρούριο αλλά οι επιθέσεις επέβησαν άκαρπες καθώς όλες αποκρούσθηκαν απ’ τον χαδζαλόγλου. Τότε σκέφτηκε κάτι το οποίο ίσως και να το εμπνεύστηκε απ την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την πολιορκία της Τύρου. Διέταξε όλο τον στρατό του να σκάψει στο παρακείμενο βουνό και να κυλίσει πέτρες και χώματα στη χαράδρα που χώριζε το φρούριο απ’ το βουνό. Μετά από πολυήμερη προσπάθεια η χαράδρα είχε γεμίσει και ο στρατός κατόρθωσε να πλησιάσει στα τείχη και να καταλάβει το οχυρό. Συνέλαβαν τον Χαδζαλόγλου και τον οδήγησαν δέσμιο μπροστά στον οργισμένο στρατηγό ο οποίος τον ρώτησε :
Πως τόλμησες εσύ ο μικρός και ασήμαντος μπέης να αντισταθείς στο στράτευμα του κραταιού σουλτάνου και να παρακούσεις τις διαταγές του ;
Πασά μου (απάντησε εκείνος), πώς να μην αντισταθώ ;Στρατό είχες εσύ, στρατό είχα κι εγώ. Όπλα εσύ, όπλα κι εγώ. Τηλεβόλα εσύ, τηλεβόλα εγώ. Μονάχα ποτέ μου δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσες να γεμίσεις τη χαράδρα με χώμα !

Πηγή : Ιστορικό, Γεωγραφικό σημείωμα - Ποντιακά Φύλλα - Π.Η.Μελανοφρύδη

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ