Το Ρυάκ της Χαλδίας της επαρχίας Τορούλ (Άρδασσας) του Νομού Τραπεζούντας

άρδασσα,ρυάκ,ρυάκιον,χαλδία,τορούλ,πόντουΤο χωριό Ρυάκ ή Ρυάκιο ανήκε στην επαρχία Τορούλ (Άρδασσας) του νομού Τραπεζούντας. Ήταν χωριό αμιγώς ελληνικό και είχε 100 περίπου κατοίκους που επιμερίζονταν σε 15 με 20 οικογένειες όλες ελληνικές. Ήταν ορεινό χωριό σε υψόμετρο 1500 μέτρα που περιβαλλόταν από ψηλά βουνά κατάφυτα από έλατα, πεύκα και βελανιδιές. Μεταξύ των γύρω βουνών ξεχώριζε το όρος Γκάγκανα στην κορυφή του οποίου υπήρχε ένας θεόρατος και επιβλητικός ογκόλιθος που δέσποζε στο γύρω τοπίο, πίσω απ τον οποίο βρίσκονταν τα χωριά Τσίτη και Κορόνιξα.
Στην κοινότητα Ρυακίου υπάγονταν κι άλλα δύο πιο μικρά χωριά, το Μουρτσανή και το Παξόπον.
Το δημοτικό σχολείο του χωριού θαρρώ πως ήταν τριτάξιο και είχε δάσκαλο τον Αλέξανδρο Χρυσονίδη (γαμπρό από αδερφή του συγγραφέως Σάββα Παπαδόπουλου), ενώ στο Μουρτσανή δάσκαλος ήταν ο Ιορδάνης Στεφανίδης.Η εκκλησία (ναός) του Ρυακίου ήταν αφιερωμένη την Κοίμηση της Θεοτόκου. Εκτός απ αυτήν υπήρχαν στο χωριό και τέσσερα παρεκκλήσια : της Ανάληψης του Σωτήρος – του Αι-Γιώργη – του Αι-Γιάννη και του Αι-Σωτήρα (Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού) όπου υπήρχε και πηγή που ανέβλυζε μεταλλικό νερό. Στο χωριό υπήρχε κι ένας μεγάλος βράχος με αρκετά μεγάλη έκταση σε σχήμα τραπεζοειδές. Πάνω σ’ αυτόν τον βράχο την ημέρα της πανηγύρεως της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (6η Αυγούστου) συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος απ’ όλο το χωριό καθώς και ο αείμνηστος Κοσμάς Χρυσονίδης από το Μουρτζάνι με τα τρία του παιδιά, τον Νίκο που έπαιζε τη λύρα και τον Σωκράτη και τον Ίσουν που τραγουδούσαν πολύ μελωδικά. Σήμερα ( αναφέρεται στο έτος ) αυτά τα τρία παιδιά βρίσκονται στη ζωή και κατοικούν το χωριό Μακρυνίτσα Σερρών. Έχουν περάσει το 80ο έτος της ηλικίας τους και έχουν χάσει την όραση τους.

Στα πανηγύρια αυτά επικρατούσε το έθιμο να τρώμε το περίφημο “Σιτλήν” ένα είδος ρυζόγαλου που αντί για ρύζι περιείχε το γνωστό μας κορκότο.
Το χωριό είχε δύο ιερείς, τον αείμνηστο πατέρα του συγγραφέα παπα-Μιχαήλ και τον παπα-Νικήτα που λειτουργούσαν εναλλάξ στους ναούς του Μουρτσανί του Παλιχώρ και του Παξόπον.
Στο Ρυάκ υπήρχε κι ένας κοινοτικός νερόμυλος ο οποίος εξυπηρετούσε και τους κατοίκους του Παξόπον ενώ οι κάτοικοι του Μουρτσανή είχαν δικό τους μύλο. Καφενεία, μπακάλικα ή άλλα μαγαζιά δεν υπήρχαν στο χωριό. Το Ρυάκ ήταν ακουστά πλούσιο χωριό και οι κάτοικοι του ασχολούνταν με την γεωργία. Παρήγαγαν σιτάρι – κριθάρι – φακί – βίκο – κηπευτικά (πατάτες – φασόλια – λάχανα ), και φρούτα ( κυρίως μήλα – αχλάδια – και διάφορες ποικιλίες καρυδιών με ξεχωριστό το είδος “σπελιανίτας”. Πέρα απ την γεωργία, ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία, εκτρέφοντας ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση και δραστηριότητα – ανάλογο αριθμό ζώων. Η οικογένεια του συγγραφέα είχε 5 αγελάδες, 20 πρόβατα, 5 κατσίκες και ένα ζευγάρι βόδια για τις γεωργικές εργασίες.
Το χωριό διέθετε μια μεγάλη κοινόχρηστη έκταση (λιβάδι) για τη βοσκή των ζώων που ονομαζόταν “Αϊνάσον” που βρισκόταν πάνω σε ένα οροπέδιο (παρχάρι =ορεινός βοσκότοπος) δίπλα στο χωριό όπου οι χωριανοί είχαν χτίσει καλύβια και μαντριά για να μεταφέρουν το καλοκαίρι τα ζωντανά τους εκεί και να επιστρέφουν το Φθινόπωρο. Εκεί παρασκεύαζαν το βούτυρο τους που το αποθήκευσαν σε ειδικούς κάδους για να έχουν να περάσουν όλο το χειμώνα. Όταν επρόκειτο να επιστρέψουν στο χωριό προηγουμένως έσφαζαν ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως αγελάδες, κι απ το κρέας τους παρασκεύαζαν ένα είδος παστουρμά που το ονόμαζαν “κουζούμ”.
Εκτός απ’ τα δάση των γύρω βουνών, το Ρυάκ κατείχε κι ένα κοινοτικό δάσος αρκετά μεγάλο στο οποίο η ξύλευση ήταν απαγορευμένη.
Γενικά οι κάτοικοι του χωριού ευημερούσαν ως την εποχή της κήρυξης του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Διατηρούσαν όλα τα ελληνικά ήθη και έθιμα και ζούσαν ξέγνοιαστα καθώς στο χωριό δεν υπήρχαν τούρκοι. Οι τούρκοι εμφανίζονταν μόνο όταν επρόκειτο να εισπράξουν τους φόρους. Η απουσία της τουρκικής παρουσίας στο χωριό ήταν η κύρια αιτία για την οποία οι κάτοικοι του Ρυάκ δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να μάθουν την τουρκική γλώσσα.
Μετά την κήρυξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η κατάσταση χειροτέρεψε κι οι κάτοικοι πέρασαν δύσκολες εποχές, κυρίως τα τρία πρώτα χρόνια. Είχαν επιτάξει όλα τους τα ζώα και αναγκάστηκαν να κάνουν όλες τους τις αγροτικές εργασίες με τα χέρια. Αργότερα όταν τα πράγματα καλυτέρεψαν και πάλι καθώς κατάφεραν να αντικαταστήσουν τα ζώα αγοράζοντας νέα.
Σ’ αυτό το χωριό λοιπόν όπου γεννήθηκα ήταν γραφτό να περάσω προτού το εγκαταλείψω , τις πιο φρικιαστικές ημέρες της ζωής μου. Όλα ξεκίνησαν μετά τη υπογραφή της συμφωνίας της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Κεμάλ και Βενιζέλου. Οι τουρκικές αρχές εξέδωσαν μια διαταγή σύμφωνα με την οποία όλοι οι κάτοικοι των περιοχών Άρδασσας και Αργυρούπολης έπρεπε μέσα σε τρείς ημέρες να εγκαταλείψουν τα χωριά και τα σπίτια τους και να συγκεντρωθούν στην Τραπεζούντα απ’ όπου επρόκειτο να τους “φορτώσουν” και να τους μεταφέρουν στην Ελλάδα. Η φοβερή εκείνη είδηση κατατρόμαξε όλους τους κατοίκους του Ρυάκ και των γύρω χωριών και τους πλημμύρισε με απελπισία και αγανάκτηση. Που θα άφηναν τους νεκρούς τους και τους 30 αιώνων τάφους των ; Πως ήταν δυνατό να εγκαταλείψουν στα χέρια των τούρκων τα σπίτια, τα χωράφια κι όλο τους το βιός που με τόσο μόχθο και κόπο είχαν αποκτήσει; Πώς να αποχωριστούν τη γή στην οποία γεννήθηκαν, ανδρώθηκαν και απέκτησαν όλες τους τις αναμνήσεις με τα ιερά και όσια του τόπου ;
Το κακό που ξέσπασε ήταν πολύ μεγάλο κι ο χρόνος που δόθηκε για την προετοιμασία της φυγής ελάχιστος και ασήμαντος χωρίς περιθώρια για σκέψη και ψύχραιμη αντίδραση. Δεν υπήρχαν περιθώρια να τρέξουν στα διπλανά χωριά να βρούν αγοραστές και να διαπραγματευτούν το ξεπούλημα των περιουσιών τους σε λογική τιμή. Οι τούρκοι ήσαν καθηγητές στα παζάρια κι οι έλληνες εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή είχαν την ανάγκης τους. Έτσι αποσπάστηκαν περιουσίες για μια μπουκιά ψωμί. Αυτές τις ημέρες πριν καν κινηθεί ο ελληνικός πληθυσμός, κατέφτασαν οι τούρκοι καθώς είχαν ακούσει ότι οι έλληνες αδειάζουν τα σπίτια τους κι ετοιμάζονται για αναγκαστική φυγή. Οι τούρκοι πλημμύρισαν τα ελληνικά χωριά κι έπεσαν σαν τα κοράκια πάνω στους ρωμιούς αγοράζοντας τα νοικοκυριά τους όσο-όσο. Την Τρίτη κι όλας ημέρα είχαν αφαιμάξει όλους τους κατοίκους του Ρυάκ.
Έμενε πια μια τελευταία νύχτα στην πατρογονική εστία. Το πρωί θα αποχαιρετούσαν για πάντα το αγαπημένο τους χωριό. Όλοι ήταν φοβισμένοι κι εύχονταν η φρικτή εκείνη στιγμή της αποχώρησης να γινόταν ομαλά καθώς πολλά ακούγονταν για τις βιαιοπραγίες των τούρκων κατά των ελλήνων. Ένας ολόκληρος λαός θα φορτωνόταν τον πόνο του ξεριζωμού και θα πήγαινε στο άγνωστο κλαίγοντας τη μοίρα του που αποδείχτηκε τόσο αμείλικτη. Όλα έδιναν την αίσθηση ενός νέου κατακλυσμού που δοκίμαζε τις αντοχές των ελλήνων του Πόντου. Σε αυτήν την αναταραχή που έμοιαζε με θεϊκό κατακλυσμό και βιβλική καταστροφή όλοι προσπαθούσαν να γλιτώσουν το κεφάλι και τη οικογένεια τους κι όχι τα λοιπά υλικά πράγματα. Πολλοί ήταν εκείνοι που δεν γλίτωσαν απ’ την μανία του τούρκου κατακτητή. Οι παμπόνηροι τούρκοι συμμορίτες σχεδίαζαν την απογύμνωση των ρωμιών από κάθε τι υλικό και περιουσιακό. Οπλισμένες ομάδες από αγροίκους τούρκους χωρικούς μπλόκαραν τη νύχτα όλες τις εξόδους του χωριού μεθοδεύοντας ένα ληστρικό σχέδιο ώστε να αφαιρέσουν κάθε χρηματικό ποσό και τιμαλφή απ την κατοχή των ελλήνων. Μια τέτοια ένοπλη ομάδα μπήκε στο χωριό ψάχνοντας τους τούρκους τζανταρμάδες (αγροφύλακες) τάχα να τους συλλάβει για να μπορέσει μετά ανενόχλητη να ληστέψει όλους έλληνες. Δόθηκε σήμα και μπήκαν στο χωριό όλες οι ένοπλες ομάδες των άτακτων αγροίκων τούρκων χωρικών.
Είχαν πληροφορία πως οι τζανταρμάδες γλεντούσαν από νωρίς στο πατρικό σπίτι του συγγραφέα κ. Σάββα Παπαδόπουλου, γι’ αυτό και όρμησαν πρώτα στο δικό τους σπίτι αλλά για καλή τους τύχη οι τζανταρμάδες απουσίαζαν εκείνη την ώρα. Είχαν φύγει καθώς στο σπίτι αυτό είχαν μαζευτεί πολλοί τούρκοι για διανυκτέρευση, οπότε εκείνοι θα διανυκτέρευαν σε άλλα σπίτια.
Η μητέρα του κ Σάββα Παπαδόπουλου όταν έφυγε η ομάδα των ενόπλων τούρκων τακτοποίησε τους υπόλοιπους χωρικούς αγοραστές στα κρεβάτια τους και κάλεσε τα παιδιά της κρυφά κοντά της συμβουλεύοντας τους ψιθυριστά : “Παιδιά μου, αν τύχει και μας ληστέψουν ή μας χτυπήσουν, ή μας σκοτώσουν εμάς τους μεγάλους, εσείς να μην μείνετε κοντά μας, να σηκωθείτε και να φύγετε για να σώσετε το κεφάλι σας”. Μας είπε αυτά τα προφητικά λόγια σαν να γνώριζε ή να προαισθανόταν το κακό που μας περίμενε.
Πράγματι !
Κατά τη διάρκεια της νύχτα ακούστηκε ξαφνικά μια βροντερή φωνή που καλούσε άγρια κι επιτακτικά τη μητέρα του μικρού τότε Σάββα να ανοίξει την εξώπορτα του σπιτιού. “Ατέ Καμπή ! Ατέ Καμπή !”
Η άγνωστη εκείνη φωνή επανέλαβε αυτές τις λέξεις δύο-τρείς φορές περιμένοντας να ακούσει το θόρυβο απ’ το άνοιγμα της πόρτας. Τα παιδιά μέσα στο σπίτι είχαν χλομιάσει από τρόμο. Σηκώθηκαν κι έτρεχαν από δωμάτιο σε δωμάτιο ζητώντας τη βοήθεια των τούρκων που κοιμόντουσαν φιλοξενούμενοι εκεί. Κανένας δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. Έδιωχναν τα παιδιά λέγοντας : «αφήστε μας ήσυχους, κι εμείς φοβόμαστε ! ». Ωστόσο η μητέρα του Σάββα που ήταν πράγματι πολύ θαρραλέα γυναίκα που δεν λογάριαζε τον κίνδυνο, με ψυχραιμία πήγε στην πόρτα και εφάρμοσε καλά τον χοντρό σύρτη κι έναν χοντρό τετράγωνο καδρόνι και την αμπάρωσε τόσο καλά που ήταν αδύνατη να ανοίξει χωρίς να την σπάσουν από έξω.
Ύστερα οδήγησε τον μεγάλο της γιό στο υπόγειο, του έδωσε χρήματα και τον συμβούλεψε να φύγει με την πρώτη ευκαιρία που θα του δινόταν. Επιστρέφοντας στο δωμάτιο της είδε κατάπληκτη έναν τούρκο να λυγίζει τα σίδερα του παράθυρου πασχίζοντας να ανοίξει πέρασμα για να μπεί μέσα. Εκείνη η ηρωίδα έτρεξε αμέσως χωρίς να χάσει καιρό, άρπαξε ένα τσεκούρι για να κόψει το κεφάλι εκείνου του αδίστακτου που είχε περάσει ήδη το κεφάλι του μέσα απ τα σίδερα και πάσχιζε να μπεί ολόκληρος μέσα στο δωμάτιο. Καθώς πλησίασε τα δύο μέτρα κοντοστάθηκε καθώς σκέφτηκε πως αν επιχειρούσε κάτι τέτοιο, θα εξόργιζε τους τούρκους οι οποίοι στη συνέχεια θα σκότωναν τα παιδιά της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή την αφόπλισε και την ανάγκασε να εγκαταλείψει το σχέδιο της. Εκείνη έτρεξε αμέσως στο υπόγειο για να κρύψει τα χρήματα που είχε πάνω της απ’ το ξεπούλημα του νοικοκυριού της. Στο μεταξύ ο τούρκος ληστής κατάφερε με τα πολλά να μπεί μέσα στο σπίτι, ξεκλείδωσε την εξώπορτα και μπήκαν ακόμη δύο ληστές που ως τότε περίμεναν έξω στο κατώφλι.
Την ώρα εκείνη επέστρεψε και η γυναίκα απ’ το υπόγειο. Μόλις την είδαν άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα φωνάζοντας με άγριες φωνές : «Μην κουνηθεί κανείς απ’ τη θέση του γιατί θα τον σκοτώσουμε». Φώναζαν σκόπιμα για να τους ακούσουν οι άλλοι τούρκοι που κοιμόντουσαν μέσα στα άλλα δωμάτια ώστε να μείνουν καθηλωμένοι στα κρεβάτια τους για να μπορέσουν οι ληστές ανενόχλητοι να αφαιρέσουν τα πάντα.
Μετά τους πυροβολισμούς όρμησαν στη δύστυχη εκείνη μάνα, την άρπαξαν και την έριξαν κάτω αρχίζοντας να την χτυπούν βάναυσα, ζητώντας να τους παραδώσει όλα τα χρήματα απ’ το ξεπούλημα του νοικοκυριού της. Το μεγάλο της αγόρι που ήταν το υπόγειο, ακούγοντας τους πυροβολισμούς νόμισε ότι το σπίτι είχε καταληφθεί απ τους ληστές οι οποίοι σίγουρα θα σκότωναν τους δικούς του. Τρέμοντας μήπως σε λιγάκι έφτανε και η δική του σειρά, βγήκε απ τον κρυψώνα του και κατάφερε να δραπετεύσει τρέχοντας προς τα χωράφια. Δυστυχώς όμως δεν τα κατάφερε. Έπεσε σε καλά οργανωμένο μπλόκο των τούρκων. Ένας τούρκος που φρουρούσε το σπίτι, τον είδε να φεύγει τρέχοντας και τον καταδίωξε πυροβολώντας κατά πάνω του ενώ καλούσε και τους άλλους τούρκους να τον καταδιώξουν ώστε να τον πιάσουν. Έτσι κι έγινε. Τον περικύκλωσαν και τον έπιασαν χτυπώντας τον με τον υποκόπανο των όπλων τους σε όλα τα σημεία του σώματος του. Αφού τον τσάκισαν στο ξύλο τον έφεραν και τον πέταξαν στο σαλόνι του σπιτιού, δίπλα στη μητέρα του. Από κει και πέρα άρχισαν τα βασανιστήρια. Καρφώνανε στο σώμα του μαχαιριές κι εκείνος προσπαθούσε με τα χέρια του να τις αποφύγει προκειμένου να προφυλάξει το κορμάκι του με αποτέλεσμα να κατακομματιαστούν τα χέρια του. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα μαρτύρια που του έκαναν, άρχισαν να τον πυροβολούν στα πόδια φωνάζοντας άγρια : «Γκετίρ παρά ! Γκετίρ παρά ! - φέρε τα λεφτά – φέρε τα λεφτά !».
Η δύστυχη μάνα μη αντέχοντας να βλέπει τα μαρτύρια του παιδιού της σηκώθηκε με δυσκολία απ’ το πάτωμα και κούτσα κούτσα πήγε κι έφερε όλα τα χρήματα που είχε κρύψει στην αποθήκη και τους τα παρέδωσε. Εκείνα τα ανθρωπόμορφα τέρατα δεν έμειναν ικανοποιημένοι ούτε με τα χρήματα που πήραν απ’ την άμοιρη μάνα, ούτε απ΄ το άτυχο παιδί που το είχαν πετσοκόψει, παρά ζητούσαν κι άλλα. Δεν υπήρχαν όμως άλλα χρήματα. Τι να έκανε εκείνη η μάνα ; Έπεσε στα πόδια τους και τα φιλούσε παρακαλώντας να αφήσουν ήσυχο το παιδί της στο χάλι του και να μην τον σκοτώσουν άδικα γιατί δεν είχε άλλα χρήματα να τους δώσει. Πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο δήθεν για να ψάξει για άλλα χρήματα και παρακαλούσε τους άλλους τούρκους που φιλοξενούσε να συνηγορήσουν κι αυτοί στους πατριώτες τους να σταματήσουν τα μαρτύρια του γιού της. Εκείνοι οι ελεεινοί δεν της έδιναν σημασία παρά μόνο της έλεγαν : «Μπράκ μπιζέ ! - Άφησε μας ήσυχους».
Όσο όλα αυτά συνέβαιναν στο σπίτι στη μητέρα και στον μεγάλο αδερφό του Σάββα, η υπόλοιπη οικογένεια είχε άλλες περιπέτειες. Έχοντας στο νου τους τις συμβουλές της μάνας όταν είδαν να παραβιάζεται το παράθυρο του σπιτιού και να εισβάλει ο πρώτος ληστής που επιτέθηκε στη μητέρα τους, άρχισαν ένας ένας (τόσο ο Σάββας, όσο κι ο πατέρας του και η μικρή αδερφή) ξεχωριστά ο καθένας να εγκαταλείπουν το σπίτι ψάχνοντας ασφαλές μέρος για να κρυφτούν και να γλιτώσουν απ’ τα βόλια που σφύριζαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους διασχίζοντας τον αέρα.
Πρώτη έφυγε η μικρή αδερφή βαστώντας στο χέρι ένα κουτί μέσα στο οποίο είε το ασημένιο περιδέραιο της. Καθώς έτρεχε να κρυφτεί το κουτί έκανε θόρυβο που άκουσαν οι τούρκοι μέσα στη νύχτα και την ακολούθησαν πυροβολώντας την. Ευτυχώς στάθηκε τυχερή και κατάφερε να σωθεί.
Ο κ Σάββας Παπαδόπουλος αναφέρει σε αυτό το σημείο και μια άλλη πρόσφατη (μεταγενέστερη) ιστορία. Όταν το 1978 ταξίδεψε στον Πόντο για να επισκεφτεί το χωριό του, στο χωρίο Αυλίανα (Αυλήαννα) συνάντησε έναν τούρκο ο οποίος χωρίς να γνωρίζει του επανέφερε στη μνήμη το γεγονός της αδερφής του, ότι δηλαδή στο χωριό Ρυάκ την εποχή της ανταλλαγής που γινήκανε πολλές ληστείες, μια κοπέλα φευγάτισε λίρες ! Ναι του απάντησε ο κ Σάββας : ήταν η αδερφή μου ! αλλά δεν φευγάτισε λίρες, παρά μόνο το ασημένιο περιδέραιο της ! Κι ο τούρκος μονομιάς τα έχασε και άλλαξε την κουβέντα.

Επιστρέφοντας στη διήγηση της τρομερής εκείνης νύχτα με την οικογενειακή τραγωδία , ο κ. Σάββας συνεχίζει : Ήμουν τότε ηλικίας 11 ετών. Όταν είδα να χτυπούν τη μάνα μου και την εξώπορτα ορθάνοιχτη, κατατρόμαξα κι έμπηξα τα κλάματα και κατάφερα να δραπετεύσω απ’ το σπίτι βγαίνοντας στο αλώνι της αυλής μας χωρίς να ξέρω που πηγαίνω. Όταν απομακρύνθηκα λίγο, μπήκα στην πρώτη πόρτα που συνάντησα μπροστά μου, κι αυτή ήταν του στάβλου του σπιτιού μας. Εκεί συνάντησα έκπληκτος την αδερφή μου. Με χίλιες δύο προφυλάξεις αφού με πήρε υπό την προστασία της, με οδήγησε σε ένα σπιτάκι στο οποίο κατοικούσε μια γριά. Εκεί συναντήσαμε ανέλπιστα έναν τούρκο τζανταρμά. Η αδερφή μου έπεσε στα πόδια του και με τα λίγα τουρκικά που ήξερε, άρχισε να τον παρακαλεί κλαίγοντας : Τρέξε – τρέξε να μας σώσεις !!!
Για καλή μας τύχη πέσαμε σε καλό άνθρωπο και κάπως περίεργο, σε φιλέλληνα. Μόλις την άκουσε, πήρε το τουφέκι του, φόρεσε τα φυσεκλίκια του και χωρίς να χάσει καιρό έτρεξε στο σπίτι μας. Έψαξε ένα ένα τα δωμάτια για να βρεί τους ληστές και να τους κυνηγήσει αλλά δεν βρήκε κανέναν επειδή είχαν ήδη φύγει.
Εμείς (εγώ με την αδερφή μου) μετά από εκείνη την φοβερή ληστεία δεν τολμήσαμε να μείνουμε στο σπίτι μας γιατί φοβόμασταν μήπως ξαναζήσουμε τα ίδια βασανιστήρια. Γι’ αυτό πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι της νονάς μου που βρισκόταν λίγο κοντά στο δικό μας σπίτι.
άρδασσα,ρυάκ,ρυάκιον,χαλδία,τορούλ,πόντου,γενοκτονία,ποντίων,ανταλλαγή,πληθυσμώνΟ μεγάλος μου αδερφός σοκαρισμένος απ’ τα μαρτύρια που υπέστη, ετοιμαζόταν τα φύγει τακτοποιώντας στο δισάκι του λιγάκι ψωμί για τον δρόμο. Εμείς τον προτρέπαμε να βιαστεί όσο μπορούσε για να μην τον ξαναπιάσουν οι τούρκοι. Όταν βγήκαμε για να τον αποχαιρετήσουμε, δεχτήκαμε καταιγισμό πυροβολισμών, οπότε σκορπίσαμε αμέσως. Ο καθένας μας τράβηξε το δρόμο που πίστευε ότι ήταν ασφαλής για τη ζωή του. Άλλη κατεύθυνση πήρα εγώ, άλλη η μάνα μου, άλλη ο αδερφός μου, άλλη η αδερφή μου κι άλλη η νονά μου. Από τοίχο σε τοίχο κι από λάκκο σε λάκκο καταφέραμε να φτάσουμε σε ένα απόκρημνο μέρος για να κρυφτούμε εκεί. Τον πατέρα μου που ήταν παπάς και αόμματος δεν τον πολυενόχλησαν γιατί ήξεραν την κατάσταση του. Τον άφησαν ελεύθερο να φύγει όπου ήθελε. Εκείνος όμως ακούγοντας τους πυροβολισμούς και τις φωνές των τούρκων, έχασε εντελώς τον προσανατολισμό του και έπεσε σε κάτι χαλάσματα ενός σπιτιού μένοντας εκεί ολομόναχος ως το πρωί.
Εμείς μείναμε ξάγρυπνοι ολόκληρη τη νύχτα στον κρυψώνα μας κι όταν πια άρχισαν να αραιώνουν οι πυροβολισμοί και να ξημερώνει, αρχίσαμε να ξεθαρρεύουμε. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι κάτοικοι που εγκατέλειψαν το χωριό για να κρυφτούν. Δειλά – δειλά έβγαιναν απ’ τις κρυψώνες τους και ο καθένας φώναζε τα ονόματα των δικών του ανθρώπων για να βεβαιωθεί ότι είναι ζωντανοί. Τραγικές στιγμές !!!
Η μητέρα μου και ο μεγάλος αδερφός μου, τα είχαν κυριολεκτικά χαμένα. Ο καθένας τους φώναζε και ρωτούσε με δυσπιστία : που είναι ο Γιάννης ; η Σοφία ; ο Σάββας ;
Κανείς δεν μπορούσε να τους δώσει σαφή απάντηση, αν ζούσαμε ή αν μας σκότωσαν οι τούρκοι. Όταν κάποτε η φωνή της μάνας μου έφτασε στ’ αυτιά μου, χάρηκα τόσο που άρχισα να απαντώ με δυνατή φωνή : «Εδώ είμαι – είμαι καλά – έρχομαι» κι έτρεχα για να πέσω στην αγκαλιά της.
Όμως Θεέ μου !!! τι ήταν εκείνο που αντίκρισα όταν την κοντοσίμωσα ; Τα ρούχα της ήταν καταξεσκισμένα, το κεφάλι της ξεμαλλιασμένο και καταματωμένο. Η δυστυχισμένη μόλις έφτασα κοντά της, με άρπαξε και με έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της κι άρχισε να με ρωτά : Που είναι ο Γιάννης ; που είναι η Σοφία ; Δεν ήξερα να της απαντήσω γιατί δεν είχα ιδέα που βρίσκονταν αφού όλοι είχαμε σκορπίσει σε διαφορετικά σημεία διαφυγής.
Εκείνος που πέρασε τα φρικτότερα βασανιστήρια ήταν ο αδερφός μου ο Κώστας. Τα ρούχα του και όλο του το σώμα ήταν καταματωμένα. Έτρεμε από τον φόβο του σαν βρεμένο σκυλί κι απ’ το πολύ ξύλο σάλεψαν τα λογικά του και δεν ήξερε τι έλεγε. Είχε πάθει τόσο μεγάλη σύγχυση που παρ’ όλο ότι τον διαβεβαιώναμε ότι όλη η οικογένεια ήταν καλά και εν ζωή, αυτός επέμενε να μας ρωτά : « Που είναι η αδερφή μου ; τη σκοτώσανε ; κι όλο επαναλάμβανε τις ίδιες λέξεις κλαίγοντας.
Μετά από το κακό αυτό, όλο το χωριό μαζεύτηκε στην αυλή του σπιτιού μας για να μάθουν τα καθέκαστα του καθενός. Απ’ τον καθένα δεν άκουγες τίποτα άλλο παρά φωνές, κλάματα και κατάρες. Ωστόσο όλοι μας συμπονούσαν γιατί ως οικογένεια είχαμε πάθει τα περισσότερα κακά καθώς μας πήραν τα πάντα και δεν μας άφησαν τίποτα.
άρδασσα,ρυάκ,ρυάκιον,χαλδία,τορούλ,πόντουΤέλος, όταν σμίξανε τα δυο μου αδέρφια ο Κώστας κι ο Γιάννης, αποφάσισαν κι έφυγαν αμέσως στο διπλανό χωριό στο Παξόπον όπου πλύθηκαν, άλλαξαν τα ματωμένα ρούχα και συνέχισαν το δρόμο τους στο Τορούλ (Άρδασσα) για να μην ξαναγυρίσουν πια.
Στην Άρδασσα πήγαμε αργότερα κι εμείς κι από κει πορευτήκαμε όλοι μαζί ανεβαίνοντας μέσα στα χιόνια το βουνό Ζύγανα. Συνεχίσαμε την πορεία μας μέσα στην παγωνιά μέχρι την Τραπεζούντα κι από κει μας επιβίβασαν σ’ ένα ελληνικό πλοίο για να μας φέρουν στην Ελλάδα.
Αποβιβαστήκαμε στην Αρετσού της Θεσσαλονίκης για καραντίνα και στο τέλος του Μάη του 1924 μας εγκατέστησαν οριστικά στο χωριό Μακρυνίτσα του νομού Σερρών.


Πηγή : Ποντιακή Ηχώ - Τεύχος Tεύχος 7ον - Το Ρυάκ της Χαλδίας - Παπαδόπουλος Σάββας - Ελληνισμός του Πόντου

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ