Κιθάραινα και Αργαλή τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας

αργαλί,αργαλή,κιθάραινα,σιμοχώρια,τραπεζούντας,παρχάρια,λαογραφία,ποντιακήΚιθάραινα και Αργαλή τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας - Οικόσιτη αγελαδοτροφία – Βοσκές, βοσκοτόπια και μάντρες.

Δεν είμαι από τους μύστες της λαογραφίας, ωστόσο μια που ακόμα και η παραμικρή συμβολή στο λαογραφικό έργο των «Χρονικών του Πόντου» μπορεί να παίξει το ρόλο ψηφίδας στο μεγάλο ποντιακό ψηφιδωτό, δεν διστάζω να του προσφέρω το μικρό αυτό λαογραφικό σημείωμα. Γνωρίζω εκ των προτέρων ότι είναι ατελέστατο και ότι μόνο μια μικρούλα άκρη θα μπορέσει να σηκώσει απ’ το ειδυλλιακό πέπλο που πίσω του κρύβεται η βουκολική ζωή του τόπου μας. Η έρευνα μου εντοπίζεται σ’ ένα μόνο τοπικό σημείο, σ’ ένα δύο χωριά απ’ τα σιμοχώρια της μελαγχολικής πρωτεύουσας των Κομνηνών. Ξέρω ωστόσο (αν δεν γελιέμαι βέβαια) ότι εκτός από μερικά ονειροπαρμένα τραγούδια για παρχάρια, ρομάνες και παρχαρομάνες ή μερικές σκόρπιες εδώ κι εκεί γραμμές, η βουκολική μας ζωή δεν ερευνήθηκε συστηματικά. Ακόμη κι αν ερευνήθηκε και κατατάχτηκε το σχετικό υλικό, δεν έχει δημοσιευτεί σε όλη του την έκταση γιατί δεν φαίνεται να έχει γίνει πλατύς λόγος για στάνες, βοσκοτόπια, για την τυροκομική και βουτυροκομική και γενικά για τα γαλακτοκομικά μας προϊόντα, για το πλήθος των αντίστοιχων σκευών με τις ονομασίες τους, για τα τραγούδια που συνοδεύουν συχνά το άλμεγμα και το δουρβάνισμα, για τα γένη των γαλατοπαραγωγικών ζώων, αρνιών- γελαδιών – γιδιών ή ακόμα και των κρεατοπαραγωγικών ζώων, για τη μορφή της κτηνοτροφίας μας κατά τις διάφορες τοπικές περιφέρειες, οικόσιτη δηλαδή ή κοπαδιακή καθώς και γενικά για όλα όσα συνδέονται με τις ζωοκομικές ασχολίες στις γεωργικές και κτηνοτροφικές περιοχές στα κεφαλοχώρια, στα χωριά και στα χωριουδάκια.

αργαλί,αργαλή,κιθάραινα,σιμοχώρια,τραπεζούντας,παρχάρια,λαογραφία,ποντιακήΠιστεύω πως το υλικό αυτό θα είναι πολύ ενδιαφέρον όχι μόνο από λαογραφικής άποψης αλλά και απ’ την πλευρά της ιστορικής και βιολογικής οικονομίας.
Πόσο πλούσιο πρέπει να είναι αυτό το υλικό και πόσο πολύπλευρο και ποικίλο αν αναλογιστεί κανείς τις κλιματικές, εδαφικές, οικονομικές και εθιμικές ιδιορρυθμίες κι αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τις παραλιακές ζώνες, την γειτονική ημιορεινή και ορεινή και ενδοχώρα, την εναλλασσόμενη ορεινή και πεδινή γεωγραφική ζώνη πέρα και δώθε απ’ τις οροσυστάδες και τα μεγάλα ορεινά και οροπεδιακά συγκροτήματα.
Το ίδιο αξιόλογες και αξιοπρόσεκτες φαντάζομαι θα είναι οι διαφορές στη βουκολική ζωή των διαφόρων γεωγραφικών τομέων, ανάμεσα δηλαδή στην ποιμενική ζωή της παραλιακής ζώνης που γειτονεύει με τις πολιτείες και είναι επηρεασμένη ασφαλώς απ’ την αστική ζωή και τη ζωή του εσωτερικού με τη σχεδόν μόνιμη απομόνωση της, εξαιτίας των συγκοινωνιακών όρων που ο σύνδεσμος της με την παλιά παράδοση είναι πιο στενός, αγνός και ειδυλλιακός.
Το μικρό αυτό σημείωμα στηρίζεται πάνω στις παιδικές και νεανικές μου αναμνήσεις έτσι όπως τις φυλάω ολοζώντανες στη μνήμη μου. Η οικογένεια μου ήταν αστική και δεν μπορώ να πω ότι γνωρίζω σε βάθος, παρά μόνο επιφανειακά το όλον θέμα μέσα απ ‘τα σύντομα διαστήματα μερικών καλοκαιρών που πέρασα στο χωριό.
Η προσέγγιση αυτή απ’ την αγροτική – βουκολική ζωή του Πόντου εντοπίζεται στη δυάδα των χωριών Κιθάραινα – Αργαλή που είναι απ’ τα πιο χαριτωμένα πολύυδρα και δροσόλουστα «σιμοχώρια» της Τραπεζούντας. Ο δρόμος των χωριών αρχίζει απ’ τη δυτική παρυφή της πόλης όπου ένας αιωνόβιος πλάτανος και μια πετρόχτιστη βρύση με ολόδροσο νερό χαράζουν το σύνορο της πολιτείας. Ένα τέταρτο της ώρας πεζοπορία – το περισσότερο ανάμεσα από τουρκικές συνοικίες γεμάτες σκόνη, καφάσια και αλητόπαιδα, εκτός από ένα μικρό τμήμα το Καβάκ Μεϊντάν με ανοιχτή θέα και ευπρόσωπα κάπως δημόσια κτίρια – είναι αρκετό για να φτάσεις στο γραφικό αυτό σύνορο.
Εκεί στη βρύση γίνεται ο καθιερωμένος ολιγόλεπτος σταθμός σαν ένας αποχαιρετισμός στη μουντόχρωμη πολιτεία με την άφθονη σκόνη και την αφόρητη ζέστη. Στο δροσερό νερό της μουσκεύονται και τρώγονται με όρεξη οι κατάλευκες γαλέτες που φιλοξενούνται άφθονες στον οδοιπορικό σάκο.
Μετά από ολιγόλεπτη πορεία σ’ έναν ακανόνιστο πετρόσπαρτο δρόμο αρχίζουν ελαφρές ανηφοριές πλαισιωμένες από σύσκιες δεντροστοιχίες και τουρκικά χωριατόσπιτα κρυμμένα πίσω από πετρόχτιστους φράχτες και πυκνές φυλλωσιές. Απορεί κανείς με την αφθονία και ποικιλία των δέντρων : Ιτιές, λεύκες, πλατάνια, βαλανιδιές, φιλλύρες, άγριες και ήμερες συκιές, βατόμουρα και οι ιδιότυπες ροδαφινιές με τα σαρκώδη βαθιοπράσινα σπαθωτά φύλλα και τα αραιά κατάμαυρα τσαμπιά, που σε παραστέκουν στην πορεία σου σε διπλούς στίχους, απλώνοντας τους ίσκιους τους στο στενό δρόμο κι’ απ’ τις δύο πλευρές.
αργαλί,αργαλή,κιθάραινα,σιμοχώρια,τραπεζούντας,παρχάρια,λαογραφία,ποντιακήΑνάμεσα απ’ τα πυκνά τους φυλλώματα διακρίνεις τα σπαρμένα χωράφια, τα χαμηλά αγροτικά σπίτια με τις ιδιόρρυθμες σκεπές από «χαρτώματα», τα ανάερα και γραφικά «ξεραντέρια» με τις σουβλερές σκεπές και τους πλεχτούς τοίχους που μοιάζουν με γιαπωνέζικα περίπτερα χαμένα ανάμεσα σε δεντροσυστάδες από καρπερά δέντρα. Ακαθόριστες μυρωδιές κράμα από ευωδιές λουλουδιών , απόπνοιες στάβλων και καπνούς τζακιών αγγίζουν τις μύτες μας.
Έξι χιλιόμετρα τραβάει αυτός ο πετρόχτιστος δρόμος που μαζί με την ποικιλία των τοπίων προσφέρει στον περιπατητή μιας άλλης μορφής ξεκούραση. Στην πορεία αυτή υπάρχουν πέντε ολιγόλεπτοι σταθμοί σε ειδικά πεζούλια που πλαισιώνουν τις βρύσες με τα κρύα και γάργαρα νερά που με την γενναιοδωρία μερικών χωρικών (από παλιό έθιμο) ύψωσαν εύγλωττα μνημεία ανθρώπινης φιλαλληλίας.
Στο 5ο χιλιόμετρο το τοπίο αλλάζει όψη. Οι δεντροστοιχίες κόβονται κι εξαφανίζονται οι σκιές. Βρισκόμαστε στο κατώφλι του χωριού, σε ψήλωμα και το άδεντρο αλλά φωτολουσμένο μονοπάτι σχηματίζει μια στενή γραμμή μέχρι την είσοδο του χωριού, όπου κάτι μουρμουρίζει πάντα, μια λεύκα ασημοστήθω πλάϊ σε ένα «αργαστέρι» το μόνο μαγαζάκι που πουλάει άσπρο ψωμί, πετρέλαιο, κεριά και σιγαρόχαρτα.
Ένας πελώριος γεμάτος φως, αέρα και χρώματα, μαγευτικός πίνακας ξανοίγετε μπροστά σου. Πίνακας που είναι το κύριο χαρακτηριστικό όλων των πλησιόχωρων (σιμοχωριών) της Τραπεζούντας. Στα δεξιά υψώνονται χαμηλοί γραφικοί βουνόλοφοι, πρασινωποί, γεμάτοι βατομουριές με αριά βραχύκορμα αγριόδεντρα που στέκονται ως κλιμακωτές προσβάσεις στις οροσειρές που υψώνονται στο αχνοπράσινο βάθος.
Λίγο πιο πέρα σαν προστάτης άγιος του χωριού υψώνεται ένας απαλόγραμμος μικροσκοπικός Υμηττός ο «Αηλιάς», άδενδρος και πετρωμένος μα γεμάτος ευωδιές από θυμάρι, λεβάντα, και πλήθος αγριολούλουδα που με ξεχωριστή χάρη και λαχτάρα τον ζώνουνε από παντού κι ενώνουν την ευωδία τους με το λιβανωτό που επώνυμη εκκλησία της βουνοκορφής απ’ τα παλιά χρόνια σκορπά ευλαβικά στον αέρα. Το εκκλησάκι αυτό που το πανηγύρι του ήταν από τα πιο ξακουστά της περιοχής καθώς συγκέντρωνε πλήθος χριστιανών αλλά και τούρκων μουσουλμάνων τη γκρέμισε την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο Μολλά-μπέης, ένας φανατικός πλούσιος χωρικός του Αργαλή για να χτίσει στη θέση εκείνη το κονάκι του.
Αριστερά και απέναντι του απλώνεται το δυτικό τμήμα του χωριού Κιθάραινα με τα χαμηλά του σπίτια, πετρόχτιστα με ξύλινες μαυρισμένες σκεπές από χαρτώματα, χαμένα μέσα σε πλήθος από κερασιές, συκιές, κορομηλιές, πελώριες καρυδιές, ροδακινιές και κληματαριές και τα κατάσπαρτα χωράφια. Πιο πέρα και πιο ψηλά σε κυματοειδή λοφοπέδια πράσινα και δεντρωμένα υψώνει τη λεβέντικη σιλουέτα του το βουνίσιο χωριό Αργαλή με τα λευκάζοντα κονάκια του Μολλά-μπέη, της Τραπεζουντέϊκης οικογένειας του Σπυρίδωνος Μαρμάνη και των Αρναούτογλου. Κάτω στα πόδια μας χάσκει μια βαθειά χαράδρα που πιάνει όλο το μήκος του στενού ψηλού μονοπατιού με χίλια λογής βότανα να κοσμούν το διάβα μας.
Εκεί πάνω στους βουνόλοφους έχουν οι χωρικοί τα βοσκοτόπια τους. Απλώνονται στα ριζά του Αη-λιά κι έχουν ελαφριά βλάστηση σε αγριόδεντρα και βατομουριές αλλά και γρασίδι (τσαϊρ στα τούρκικα). Μου άρεσε πολύ να σκαρφαλώνω σε αυτά τα βοσκοτόπια μαζί με την παρέα μου από αγόρια και κορίτσια καθώς συνοδεύαμε τα γελάδια και τα μοσχαράκια στη βοσκή τους.
Το θέαμα των νεαρών τσοπάνηδων αποτελούσε μια γραφική νότα.
Ξυλοκόποι και αναμαλλιάρηδες με μια κουκούλα κακοδεμένη στα πλάγια του κεφαλιού τα αγόρια, ενώ με μια υποτυπώδη ξεθωριασμένη μαντήλα που κάποτε θα είχε ζωηρό κίτρινο χρώμα και μαύρα κλαδωτά σχέδια και με ακαθορίστου χρώματος μπλούζες και φούστες τα κορίτσια που έκαναν χτυπητή αντίθεση με τις σκουρόχρωμες καραβόνες των αγοριών. Οι δύο πιο ζωηροί της παρέας ήταν ο Στάθιον και η Λισάφ με τις λεπτές βεργίτσες στα χέρια, αλλά κι όλοι οι υπόλοιποι (καμιά δεκαριά όλοι μαζί) με τα έξυπνα και πονηρά τους μουτράκια. Όλο αυτό το τσούρμο ζώων και παιδιών προχωρούσε στο στενό μονοπάτι με τον πιο αργό ρυθμό των γελαδιών. Μήτε τα γέλια κι οι φωνές, μήτε οι προτροπές και τα στριγκλίσματα των παιδιών ήταν ικανά να ταράξουν τη γαλήνη της ράτσας τους. Όλοι είχαμε κρεμασμένη στον ώμο μας από μια εγχώρια πολύχρωμη τσάντα. Ακόμα κι αυτή ήταν ξεθωριασμένη αλλά είχε κύριο χρώμα το βυσσινί και προσαρμοσμένες μουντόχρωμες χάντρες που παιχνίδιζαν στον ήλιο. Μέσα στο δισάκι μας αυτό είχαμε ένα κομμάτι λαζουδένεν ψωμίν μια φέτα καϊμάκι και μερικά κρεμμύδια.
αργαλί,αργαλή,κιθάραινα,σιμοχώρια,τραπεζούντας,παρχάρια,λαογραφία,ποντιακήΌλη η μέρα περνούσε στη βοσκή πάνω σ’ εκείνα τα παρχάρια. Γελάδια και μοσχάρια σκορπισμένα ανάμεσα στις βατομουριές και τα αγριόδεντρα βόσκοντας το παχύ χορτάρι κι οι μικροί τσοπάνηδες να παίζουν και να χοροπηδούν φτιάχνοντας σαϊτες και τοξάρια από έναν ευλύγιστο αλλά γερό θάμνο που δεν θυμάμαι πλέον το όνομά του.
Η θέα από κει ψηλά ήταν πλούσια σε ποικιλία χρωμάτων και αποχρώσεων.
Ένας πλατύτατος ορίζοντας αγκάλιαζε όλα γύρω , θάλασσα, δάση, βουνά, χωριά και χωριουδάκια μέσα σε έναν κατακλυσμό από φώς, σκιές και αντιφεγγίσματα.
Αριστερά στο βάθος μέσα στη γαλήνια απλοχωριά της θάλασσας βλέπει κανείς το τεράστιο βέλος του Ιερού Ακρωτηρίου του Γέρος Μπουρνού με την γερασμένη πλάτη και στα πόδια του η γραφική σπαθιά του λιμανιού των Πλατάνων που κάποτε στα πολύ περασμένα χρόνια άκουγε στο όνομα Ερμώνασσα.
Μπροστά, συμπλέγματα χωριών που δίνουν την εικόνα σκορπισμένων κοπαδιών αρνιών ανάμεσα σε σπαρμένα χωράφια και καταπράσινες βουνοκορφές. Πάνω τους υψώνει ως κυρίαρχος δεσπότης το μελανωπό του μεγαλείο με ένα λευκό σκουφί, ο Τιμιόσταυρος, ορθόψηλο και μυτερό βουνό με μια μισοερειπωμένη άσπρη φερώνυμη εκκλησούλα έρμαιο των ανέμων και των καταιγίδων. Δεξιά στα κράσπεδα της Μαύρης θάλασσας σαν χαύνη οδαλίσκη* αναπαύεται πάνω στα ντιβάνια της αγέραστης δόξας της, η μελαγχολική Τραπεζούντα.
( *Οδαλίσκη ονομαζόταν κατά την οθωμανική εποχή μια παρθένα σκλάβα σε ένα σαράι (παλάτι). Υπηρετούσε ως βοηθός ή μαθητευόμενη κάποιας παλλακίδας ή συζύγου του άρχοντα και υπήρχε η περίπτωση κατά τη διάρκεια της ζωής της να ανέβει ιεραρχικά ώστε να γίνει μια από εκείνες. Οι περισσότερες οδαλίσκες θεωρούνταν μέρος του χαρεμιού, δηλαδή του οίκου, του Σουλτάνου ).
Σε βαθύ κεραμιδόχρωμο μεγαλείο τα κάστρα της και σε αρμονία οι τρούλοι και οι μιναρέδες μαζί με το δρεπανωτό λιμάνι που αναδεικνύει την αμφιθεατρική κορμοστασιά της αγκαλιάζοντας τον Μπόζ-Τεπέ (Φαιό λόφο) που την στεφανώνει με την ήρεμη απαλόγραμμη μεγαλοσύνη του.
Κάτω στα πόδια μας και μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι στις πλαγιές υπάρχουν αγριολούλουδα και χόρτα σε ένα απερίγραπτο όργιο χρωματισμών.
Κάπου-κάπου η απαλή φωνή μιας νεαρής τσοπάνισσας σκίζει το μυρωμένο αέρα : - Έλα, Κελόνα μ’ έλα…έλα…έλααα…
Κι η απάντηση αντιλαλεί βαθιά και υποβλητικά : - Μμάαααααα !!!...
- Κουρπάν ΄ς ση λαλία σ’, π’ επέμνες ναι, κομμενόχρονε, και ‘κ̌ι’ φαίνεσαι, έλα κουρπάν τσ’ έλα…έλα..!!!
- Μμάάάάά…!
Η ήλιος γέρνει, το απόγευμα προχωράει κι οι πρώτες σκιές κατσουφιάζουν το γύρω τοπίο. Είναι η ώρα του γυρισμού. Γελάδια και κοπάδια μαζεύονται κι όλη η συνοδεία κατευθύνεται προς το χωριό μέσα σε γέλια και χαρές. Ο κύκλος της ημέρας έκλεισε κι αύριο και μεθαύριο όλες οι ημέρες του γλυκού καλοκαιριού θα κυλίσουν με αυτόν τον τρόπο.
Το είδος των γελαδιών που έχω υπόψη μου στα δύο παραπάνω χωριά ανήκουν σε εγχώριο μικρόσωμο είδος με μικρή γαλακτοπαραγωγική απόδοση. Η παραγωγή σε γάλα κυμαίνεται από 7 ως 9 κιλά ημερησίως ενώ τα άλμεγμα γινόταν κάθε πρωϊ και κάθε βράδυ κατά την Άνοιξη και το Καλοκαίρι, ενώ τον Χειμώνα μόνο μια φορά. Το γάλα χρησιμοποιείται στη μεγαλύτερη του ποσότητα για οικιακή κατανάλωση είτε αυτούσιο είτε ως βούτυρο, τυρί και καϊμάκι. Η κύρια τροφή ποικίλει κατά εποχή. Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι κύρια τροφή των ζώων ήταν το χλωρό χορτάρι το οποίο βόσκουν ελεύθερα στα βοσκοτόπια. Κατά το σούρουπο όταν γυρίζουν στα μαντριά τους, τους δίνεται συμπληρωματική τροφή το λεγόμενο «πλιμίν» είδος χλυαρής πηχτής σούπας από διάφορα χόρτα βρασμένα σε αρκετή ποσότητα. Κατά την περίοδο του Χειμώνα που δεν υπάρχει δυνατότητα ελεύθερης βοσκής, ως τροφή δίνεται ξερό χόρτο και διπλή ποσότητα πλιμίν. Γενικότερα δινόταν ιδιαίτερη φροντίδα και επιμέλεια στην περιποίηση της τροφής, της κατοικίας και της καθαριότητας των αγελάδων. Χρησιμοποιούσαν ειδικά χτένια για τον καθαρισμό του σώματος των ζώων.
Το μαντρίν ήταν συνήθως πετρόχτιστο. Κατέχει ένα χώρο ημιυπόγειου διαμερίσματος κάτω από την κύρια κατοικία του σπιτιού κάτω απ’ τα εσωτερικά δωμάτια.
Είναι στρωμένο με πλακία και αυλακώνεται από ειδικό αυλάκι που συνεχίζει έξω απ το σπίτι στην υπόστεγη αυλή που δημιουργείται απ τον εξώστη που απλώνεται πάνω απ το σπίτι σε όλο του το πλάτος. Το αυλάκι αυτό εκβάλλει στη λεγόμενο κοπροθέκα (ειδικό τετραγωνικό βύθισμα-λάκκο, όπου συγκεντρώνεται η κοπριά για να χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα). Το Χειμώνα, η επικοινωνία με το μαντρίν γίνεται με την εσωτερική σκάλα από ένα είδος καταπακτής τον «καταράχτεν».
Τα ονόματα που γελαδιών που γνωρίζω απ την φυσική μου εκεί παρουσία και εμπειρία ήταν τα εξής :
αργαλί,αργαλή,κιθάραινα,σιμοχώρια,τραπεζούντας,παρχάρια,λαογραφία,ποντιακήΉρα. Το όνομα αυτό το έδιναν σε βόδια του αλετριού. Κατά μία ερμηνεία θύμιζαν τη θεά Ήρα έτσι λευκά και εύσωμα όπως ήταν. Ίσως επρόκειτο για μακρινή απήχηση πανάρχαιας ζωολατρικής προελληνικής ή ελληνικής παράδοσης αφού είναι γνωστό πως η Ήρα στο Άργος λατρευόταν ως προστάτης της γεωργίας και σ’ αυτήν καθιερώθηκαν τα πρώτα βόδια αλετριού (Ζευξίδια). Ιερό της ζώο ως γνωστόν ήταν το βόδι κατά προτίμηση λευκό ενώ ο Όμηρος της δίνει το επίθετο βοώπις που σημαίνει βοϊδοπρόσωπη ή βοϊδομάτα.
Γαλαφόρα. Κολακευτική προσωνυμία που η ετυμολογία της είναι φανερή (αυτή που φέρει πολύ γάλα). Σ’ εκείνα τα χωριά με το όνομα αυτό ήταν γνωστό συνηθισμένο και ένα είδος πουλιού).
Πληθύνα. Ονομασία εξυμνητική της γονιμότητας.
Σημαδία ή Σουμαδία. Ονομασία που δινόταν κυρίως σε γελάδια που είχαν στο δέρμα τους πέραν του ενός χρώματα όπως λ.χ. μικρά μικρά νησάκια από άσπρο χρώμα σε ξανθό φόντο ή αντίστροφα μαύρα νησάκια σε άσπρο φόντο, σε σταχτί κ.ο.κ.
Κεχριμπάρα. Προσωνυμία οφειλόμενη στο κίτρινο ή ανοιχτό ξανθό ή χρυσίζον του δέρματος του ζώου.
Θαλάσσα, ονομασία που δινόταν σε ζώο για τα θαλασσιά του μάτια.
Κελαϊδία, ονομασία ευφημισμού για το μουγκάνισμα – μούγκρισμα του ζώου.
Ξανθούλα, για το ξανθωπό της χρώμα.
Μεταξία, για το απαλό, γυαλιστερό μεταξοειδές της τρίχωμα.
Καστάνα, για το καστανωπό μουντό της χρώμα.
Περιστέρα, χαϊδευτική ονομασία.
Κρυστάλλω, Χρύσα. Μάλλον από απήχηση παλιάς και μακρινής ιστορικά ελληνικής παράδοσης.
Γκιζέλα, από το τουρκικό guzel / ήτοι ομορφούλα.
Ελάφα, για τα θρεμμένα κέρατα και τη συνακόλουθη ομορφιά της.
Χελιδόνα, κολακευτική ονομασία.
Χαμαϊλα, κατ’ επέκταση απ τα στολίδια-χαϊμαλιά, τα ματοζίνιχα με τα οποία κοσμούσαν το λαιμό τα κέρατα και το μέτωπο του ζώου.
Άλλα παρόμοια ονόματα για πολύ ευνόητους λόγους καθιέρωσης ήταν τα : Τρανταφύλλα, Μεγαλόζα, Βενέτα, Κελόνα, Πετάσα, Κιμιόνα κ.ά.

Πηγή : Χρονικά του Πόντου, Τεύχος 10ον Αθήναι 1944
Σελίδες απ' τη χωρική ζωή του Ανατολικού Πόντου. Συγγραφέας : Κομνηνός Ν

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ