Το χωρίον Τσένκερι της επαρχίας Θέρμης Σαμψούντος

τσένκερι,τζάγκερι,αμισός,σαμψούντα,θέρμη,γιλτούζ,τεπεσίν,πάσιαμα,άτζιαρα,παρλάχ,τιτζιούκ ,φουντουκλουτιζίν,τερέπαση,ποχλού,λιμάντερε,σαρούγιαννες,σαρούνικολας,τσότση,κοτσαμάν,κρύα,βρύση,γιαννιτσώνΤο χωρίον Τσένκερι ή Τζάγκερι υπαγόταν στην επαρχία Θέρμης του Νομού Σαμψούντας (Αμισού). Ήταν χωριό αμιγώς Ελληνικό που το κατοικούσαν 160 οικογένειες. Είχε μια εκκλησία (ναό) της Παναγίας και δύο εφημέριους, τον Παπα Ευστάθιο Παπαδόπουλο και τον Παπα Γεώργη Τραπεζανλίδη. Επίσης είχε ένα δημοτικό σχολείο στο οποίο φοιτούσαν διακόσιοι μαθητές περίπου. Οι δάσκαλοι του σχολείου ήταν οι : Παντιαψής, Γαβριήλ, Τσιχριτζής, Συμεωνίδης Γεώργιος, Παπαδόπουλος Λάζαρος και τέσσερις ακόμη των οποίων τα ονόματα δεν θυμάμαι.
Οι κυριότεροι μαχαλάδες του χωριού ήταν : «τη Πάσιαμα» και «τη Άτζιαρα». Σε αυτούς τους δύο μαχαλάδες υπήρχαν τρείς βρύσες από τις οποίες προμηθεύονταν το νερό. Από το χωριό περνούσε ένα μικρό ποτάμι το οποίο λεγόταν Τσαλγάν. Είχαμε κι ένα μικρό βουνό γύρω στα 150 μέτρα ύψος που το λέγαμε Γιλτούζ Τεπεσίν.

τσένκερι,τζάγκερι,αμισός,σαμψούντα,θέρμη,γιλτούζ,τεπεσίν,πάσιαμα,άτζιαρα,παρλάχ,τιτζιούκ ,φουντουκλουτιζίν,τερέπαση,ποχλού,λιμάντερε,σαρούγιαννες,σαρούνικολας,τσότση,κοτσαμάν,κρύα,βρύση,γιαννιτσώνΤο μοναδικό μπακάλικο στο χωριό ανήκε στον Παναγιώτη Παπαδόπουλο του Αναστασίου, ενώ άλλα μαγαζιά δεν υπήρχαν. Οι λαϊκοί οργανοπαίκτες που ψυχαγωγούσαν το χωριό ήταν : ο Γρηγόριος Ευμενίδης και ο Διαμαντής Ευμενίδης (λυράρηδες) και ο ζουρνατζής Χαράλαμπος. Τα ποντιακά τραγούδια συνήθως τραγουδιόντουσαν στην τουρκική διάλεκτο.
Η κύρια απασχόληση των κατοίκων του χωριού ήταν η γεωργία. Κλήροι από διανομές δεν υπήρχαν, οπότε οι κάτοικοι φρόντιζαν να αγοράζουν τα χωράφια τους. Η καλλιέργεια των χωραφιών γινόταν με τα μέσα της εποχής, ξύλινα άροτρα που τα έσερναν βόδια ενώ το αλώνισμα γινόταν με δουκάνια που τα έσερναν πάλι τα βόδια.
Όσον αφορά στην κτηνοτροφία, αυτή περιοριζόταν σε 2-3 αγελάδες που είχε κάθε οικογένεια ή σε 200-300 πρόβατα που είχαν ορισμένες οικογένειες. Οι βοσκότοποι που διέθετε το χωριό ήταν τρείς : το Παρλάχ που είχε έκταση πεντακόσια στρέμματα, το Φουντουκλουτιζίν με έκταση τριακόσια στρέμματα και το Τιτζιούκ με έκταση εκατόν πενήντα στρέμματα.
Το δάσος του χωριού ήταν μικρό και ονομαζόταν Γιλτούζ τεπεσίν με έκταση εκατόν είκοσι στρέμματα περίπου.
Πολλοί από τους κατοίκους που ζούσαν φτωχά αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν στην Ρωσία, ψάχνοντας καλύτερη τύχη.
Οι προύχοντες του χωριού ήταν : ο Σταύρος Τραπεζανλίδης, ο Γιάνναγας, ο Χατζηπανίκας, ο Χατζημουράτης, ο Χατζηλάζαρος Τραπεζανλίδης και ο Στάθιον. Από αυτούς, οι πιο μορφωμένοι ήταν : ο Χατζηπανίκας και ο Χατζηλάζαρος Τραπεζανλίδης.
Τα πλησιέστερα χωριά προς το Τσένκερι ήταν το Τερέπαση που απείχε δέκα χιλιόμετρα, το Λιμάντερε που απείχε είκοσι χιλιόμετρα και το Ποχλού σε απόσταση επίσης είκοσι χιλιομέτρων.
Κατά την περίοδο 1916 -1923 το χωριό μας υπέφερε πολλά δεινά από τους τούρκους οι οποίοι τελικά το κάψανε εκτός από καμιά τριανταριά σπίτια που σώθηκαν ως εκ θαύματος από την φωτιά. Τους κατοίκους τους ξεκλήρισαν και πολλούς απ’ αυτούς τους σκότωσαν ή τους έσφαξαν.
Στην ίδια περίοδο και κυρίως κατά το 1921 είχε σχηματιστεί στα βουνά μια αντάρτικη ομάδα από ογδόντα παλληκάρια του χωριού μας με επικεφαλείς τους επίσης συγχωριανούς μας οπλαρχηγούς Σαρούγιαννε, Νικόλα Παπαδόπουλο (Σαρούνικολα) και Νικόλαο Τσουτσογλίδη (Τσότση).
Από αυτούς, τον Σαρούγιαννε τον σκότωσαν με δόλο οι τούρκοι αργότερα, στον Δεκέμβριο του 1922, στο σπίτι του ιμάμη του χωριού Κοτσαμάν. Τα γεγονότα αυτά περιγράφονται με περισσότερες λεπτομέρειες στο βιβλίο των συμπατριωτών μας Σταύρου Ι. Καραταγλίδη και Ηλία Σταμπουλίδη «Ειρηνικά και πολεμικά χρόνια στον Πόντο» γι’ αυτό (εγώ) δεν επεκτείνομαι περισσότερο πάνω σε αυτό το θέμα.
Στην Ελλάδα ήρθα τον Νοέμβριο του 1923 με βαπόρι, μαζί με άλλους τριακόσιους οπλισμένους. Στην αρχή είχαμε αποβιβαστεί στην Ρουμανία και από κει πήραμε το τρένο και ήρθαμε στην Θεσσαλονίκη. Όταν φτάσαμε στην Θεσσαλονίκη μας μετέφεραν και μας εγκατέστησαν στους μαχαλάδες των Σερρών (Μεσαία) όπου μείναμε μέχρι το 1936.
Απ’ το 1936 μας εγκατέστησαν οριστικά στο χωριό Κρύα Βρύση Γιαννιτσών. Τότε ήμασταν μόνον 12 οικογένειες, αλλά το 1940 εγκαταστάθηκαν στο ίδιο χωριό κι άλλες 15 οικογένειες συμπατριωτών μας. Δυστυχώς περάσαμε άσχημη προσφυγιά και δεν καταφέραμε μαζί μας να φέρουμε τίποτα γιατί είχαμε φύγει κρυφά για να μην μας πάρουν χαμπάρι οι τούρκοι και μας σκοτώσουν. Νυχτοπερπατώντας από το ένα βουνό στο άλλο, φτάσαμε στην παραλία από όπου πήραμε το βαπόρι για την Ρουμανία.
Όταν φτάσαμε στην Ελλάδα ήμουν 37 ετών και σήμερα (το 1984 δηλαδή) είμαι 94.
Είχα αναπτύξει μεγάλη και πολύπλευρη εθνική δράση που για να την γράψω θα χρειαζόμουν ίσως πάρα πολύ χρόνο και προ παντός έναν εγγράμματο για να καταγράφει όσα θα του υπαγόρευα, γιατί δυστυχώς εγώ δεν τα καταφέρνω. Άλλωστε εκτός από την μεγάλη μου ηλικία έχω κι άλλα πολλά προβλήματα πολύ ουσιώδη που πρέπει να αντιμετωπίσω με κυριότερο την φτώχεια που δεν την γιατρεύει η λιγοστή, σχεδόν ασήμαντη σύνταξη του ΟΓΑ, χωρίς καμία άλλη βοήθεια από πουθενά.

Πηγή : Νικολάου Τραπεζανλίδης του Μουράτ, Ποντιακή Ηχώ
Ο κ. Νικόλαος Τραπεζανλίδης του Μουράτ γεννήθηκε το 1887 στο Τσένκερι της επαρχίας Θέρμης του νομού Αμισού (Σαμψούντας). Την εποχή της καταγραφής του ( το έτος 1984) ζούσε σε ηλικία 94 ετών στην Κρύα Βρύση Γιαννιτσών.

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ