Το χωρίον Αζάτ του Καυκάσου

Αζάτ,τσαλίμ,λειβάδα̤,πουρούμ,γαλτούχ,τασχανάν,τουλουμτζής,ζουρνατζής,Οκτωβριανή,επανάσταση,βαλτόνερα,φλωρίνης,ταπκάδα̤ς,αρτός,κάρς,καρατσούχ,καύκασοςΤο χωρίον Αζάτ ήταν ένα αμιγώς Ελληνικό χωριό με ενενήντα τέσσερις ελληνικές οικογένειες χωρίς καμία τουρκική. Υπαγόταν στην επαρχία Κάρς του Καυκάσου και είχε δύο εκκλησίες, του Αγίου Γεωργίου και της Αναλήψεως του Κυρίου Ιησού. Το περίεργο ήταν ότι στην εκκλησία (ναό) της Αναλήψεως υπήρχε μια βρύση της οποίας το νερό άρχιζε να τρέχει 2-3 ημέρες πρίν την εορτή της Ανάληψης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και συνέχιζε να τρέχει επι 40-50 ημέρες και μετά σταματούσε απότομα έτσι ακριβώς όπως είχε ξεκινήσει.
Αυτό το φαινόμενο συνέβαινε κάθε χρόνο χωρίς να μπορεί κανείς να δώσει μια ευλογοφανή εξήγηση. Από τους ιερείς του χωριού θυμούμαι μόνο τον παπα Ιωάννη Αμοιρίδη.
Στο χωριό υπήρχε ένα τετραθέσιο σχολείο με εκατόν πενήντα μαθητές. Εκτός από εκείνο, είχε αρχίσει η ανέγερση κι ενός άλλου πρότυπου το οποίο δυστυχώς δεν πρόλαβε να αποπερατωθεί καθώς στο μεσοδιάστημα είχαν αρχίσει οι διωγμοί των ελλήνων απ’ τους τούρκους.

Αζάτ,τσαλίμ,λειβάδα̤,πουρούμ,γαλτούχ,τασχανάν,τουλουμτζής,ζουρνατζής,Οκτωβριανή,επανάσταση,βαλτόνερα,φλωρίνης,ταπκάδα̤ς,αρτός,κάρς,καρατσούχ,καύκασοςΔάσκαλοι στο χωριό διατέλεσαν οι :
Μελισσανίδης Αλέξανδρος
Κοσμίδης Χαράλαμπος
Σιδηρόπουλος Σπυρίδωνας
Φωτιάδης Φίλιππος
Παυλίδης Νικόλαος
Παυλίδης Βασίλειος και Νικολαϊδης Κωνσταντίνος
Στο χωρίο υπήρχαν και δύο παντοπωλεία τα οποία ανήκαν στους Παναγιωτίδη Αναστάσιο και Παυλίδη Αριστείδη.
Οι προύχοντες του χωριού ήταν οι : Παύλος και Αλέξανδρος Παυλίδης. Οι μορφωμένοι ήταν οι :
Δημήτριος Ευθυμιάδης – πολιτικός μηχανικός και βουλευτής μετέπειτα στην Ελλάδα. Ο Αβραάμ Παυλίδης – ταγματάρχης. Ο Θεοδόσιος Σιδηρόπουλος – ταγματάρχης και ο Λάζαρος Κοσμίδης – ιατρός.
Στο χωριό ούτε μεγάλα δάση είχαμε ούτε βουνά, εκτός από μερικούς λόφους όπως λόγου χάριν τον λόφο της Ανάληψης. Το ίδιο ισχύει και για τα ποτάμια, εκτός δηλαδή από ένα μικρό ποτάμι που περνούσε μέσα από το χωριό, άλλα μεγαλύτερα ποτάμια δεν είχαμε.
Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν από την γεωργία την κτηνοτροφία. Υπήρχε η συνήθεια κάθε εφτά χρόνια να αναδιανέμεται η γη (τα χωράφια). Γενικά οι αγροτικές ασχολίες γίνονταν με τα τεχνικά μέσα της εποχής (πχ ξύλινα άροτρα) στα οποία ζεύαμε 7 ζευγάρια βόδια ή βουβάλια και αλωνίζαμε με 5 μεγάλα τουκάνια. Τα ζώα που διέθετε κάθε οικογένεια ήταν βόδια, βουβάλια, άλογα και πρόβατα που πολλές φορές ανά σπίτι μπορεί να έφταναν σε αριθμό τα πενήντα ζωντανά. Για όλα αυτά, το χωριό διέθετε 5000 στρέμματα βοσκής που βρίσκονταν στις τοποθεσίες : Τσαλίμ, κοντά στην πηγή του ποταμού μας, στο Τασχανάν (λατομείο), στο Γαλτούχ, στο Πουρούμ και στην θέση Λειβάδα̤.
Παρόλο που οι κάτοικοι ζούσανε σχετικά καλά, πολλοί απ αυτούς μετανάστευαν στην Κριμαία και στην Γεωργία αναζητώντας καλύτερη τύχη.
Το χωριό ήταν χωρισμένο σε δύο μαχαλάδες, τον πάνω και τον κάτω. Είχαμε και έξι οργανοπαίκτες για την ψυχαγωγία των κατοίκων, για τους γάμους και τις γιορτές. Αυτοί ήταν οι :
Θεοδωρίδης Αλέξανδρος, λυράρης
Μελισσανίδης Σάββας, ζουρνατζής
Νικολαϊδης Παντελής, ζουρνατζής
Κοσμίδης Γεώργιος, ζουρνατζής
Νικολαϊδης Ιβάν, κλαρινίστας και
Χρυσοστομίδης Αλέξανδρος, τουλουμτζής.
Από τους τούρκους δεν υποφέραμε όσο βρισκόμασταν στο χωριό καθώς ήμασταν ενωμένοι και γερά οπλισμένοι. Τα επεισόδια ξεκίνησαν κατά την φυγή μας στα ενδότερα του Καυκάσου σε ρωσικό έδαφος.
Από το χωριό μας φύγαμε με κάρα και τρένα, το 1917 λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης με κατεύθυνση τα ενδότερα της Ρωσίας ενώ στην Ελλάδα ήρθαμε το 1920. Στην αρχή, μας είχαν περιορίσει στην Καλαμαριά για δύο μήνες και αργότερα μας πήγανε στην ανατολική Θράκη όπου μείναμε επι ένα χρόνο και τέλος μετά την μικρασιατική καταστροφή και την οπισθοχώρηση των Ελλήνων, μας εγκατέστησαν τελικώς και οριστικώς στα Βαλτόνερα του νομού Φλωρίνης όπου μένουμε μέχρι σήμερα.
Κατά την φυγή απ΄το χωριό μας, προφτάσαμε να πάρουμε μαζί μας την καμπάνα της εκκλησίας και ένα ευαγγέλιο, τα οποία τα τοποθετήσαμε στην εκκλησία (ναό) των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στα Βαλτόνερα. Πολλά άλλα κειμήλια που είχαμε πάρει μαζί μας χάθηκαν εξ΄ αιτίας των πολλών και συνεχόμενων μετακινήσεων μας.
Στο χωριό υπήρχε ένα κάστρο επ’ ονόματι Ταπκάδα̤̤ς στο οποίο δούλευα μαζί με άλλους χωρικούς.
Τα τραγούδια και οι χοροί μας ήταν οι συνηθισμένοι ποντιακοί χοροί. Μάλιστα εκτός εκείνων, τραγουδούσαμε και εθνικά τραγούδια όπως εκείνο που τραγουδούσαν δύο αδερφές και ένας αδερφός της οικογένειας Αν. Παναγιωτίδη, στο οποίο μεταξύ των στίχων υπήρχαν και τα παρακάτω λόγια που αφορούσαν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας :
“Η Σερβία και το Γκράτς, Ελλάς και Βουλγαρία, ερχίνεσαν τον πόλεμον για την Ελευθερίαν”.
Τέλος, τα πλησιέστερα χωριά και πόλεις προς το Αζάτ ήταν τα παρακάτω :
1. Αρτός, που απείχε 10 χιλιόμετρα
2. Μαρατσούχ, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων
3. Κάρς, στα 7 χιλιόμετρα.

Πηγή : Παυλίδης Πολυχρόνης, Βαλτόνερα Αμυνταίου Φλωρίνης - Ποντιακή Ηχώ - Tεύχος 17ον

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ