Απ' το Ρίζαιο (Ριζούντα) του Πόντου στην Ελλάδα

ρίζαιο,ριζούντα,γιάλτα,ρομανό,πασσιγιάν,ταργαλιά,πότι,ρωσίας,βατούμ,ελληνικό,παιδαγωγικό,τέχνικουμ,ιστορία,λαογραφία,ποντίων,γενοκτονίαΜία πρόσφατη επίσκεψη στο Βατούμ το 1979, έφερε στην επικαιρότητα τις λίγες μνήμες που κουβαλάω από τα μικρά μου χρόνια και ΄κείνες που απάνθισα απ’ τις διηγήσεις φίλων και συγγενών μου, τις οποίες καταγράφω στο παρόν, για την «Ποντιακή Ηχώ» μήπως και συμβάλουν στον τομέα της περισυλλογής που κάνει εδώ και τρία χρόνια.
Γεννήθηκα στην Ριζούντα του Πόντου το 1914. Ήταν μια πόλη πολύ ωραία που όταν την πρωτοαντίκρυσαν τα ρωσικά στρατεύματα που κατέλαβαν τον Πόντο το 1916, την παρομοίασαν με την δική τους Γιάλτα, τόσο πολύ τους είχε αρέσει.

ρίζαιο,ριζούντα,γιάλτα,ρομανό,πασσιγιάν,ταργαλιά,πότι,ρωσίας,βατούμ,ελληνικό,παιδαγωγικό,τέχνικουμ,ιστορία,λαογραφία,ποντίων,γενοκτονίαΗ Ριζούντα αποτελείτο από τρείς μαχαλάδες που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από την θάλασσα. Αυτοί οι μαχαλάδες ήταν : Ρομανό, Πασσιγιάν και το Ταργαλιά. Η εμπορική αγορά βρισκόταν δίπλα στην παραλία και γενικότερα η ζωή στην πόλη ήταν πολύ ήρεμη. Ζούσαμε αρμονικά με τους τούρκους κρατώντας στα χέρια μας σχεδόν όλη την οικονομία του τόπου.
Υπήρχαν δύο εκκλησίες (ναοί), του Αγίου Κωνσταντίνου και του Αγίου Ιωάννη στην πλατεία του οποίου συνήθιζαν να βγάζουν φωτογραφίες κάτω από ένα τεράστιο δέντρο. Μια τέτοια φωτογραφία των γάμων των γονέων μου που έχω, δυστυχώς από την πολυκαιρία είναι τόσο παλιά και κιτρινισμένη που με δυσκολία διακρίνεις κανείς τα πρόσωπα τους. Εκεί σύχναζε ο γνωστός λυριτζής ο Κοντοπάνος, καθώς και όλοι οι κάτοικοι του μαχαλά.
Οι Έλληνες κάτοικοι της Ριζούντας ήταν στην πλειονότητά τους έμποροι και τεχνίτες, χρυσοχόοι, χαλκουργοί, μαραγκοί, μπακάληδες κτλ.
Ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου ο Ανέστης Λαζαρίδης ήταν πολύ προοδευτικός άνθρωπος για την εποχή του και είχε το μοναδικό ξενοδοχείο – καφενείο που υπήρχε στην Ριζούντα. Τον εκτιμούσαν πολύ τόσο οι Έλληνες όσο και οι τούρκοι γι αυτό πολλές φορές τον εμπιστεύονταν να λύνει τις μεταξύ τους διαφορές, εκτελώντας χρέη καδή (δικαστή).
Την μητέρα μου, όταν τελείωσε το ελληνικό σχολείο της Ριζούντας την είχε στείλει στην Τραπεζούντα για να σπουδάσει δασκάλα. Εκεί φοίτησε για δύο χρόνια μόνο καθώς τον τρίτο χρόνο παντρεύτηκε χάνοντας την ευκαιρία να γίνει δασκάλα. Η παντρεία της μητέρας μου γίνηκε με τον γνωστό ποντιακό εθιμικό τρόπο.
Είχε έρθει ένα καλοκαίρι από την Τραπεζούντα να κάνει τις διακοπές της στην Ριζούντα και παρευρέθηκε σε ένα πανηγύρι χορεύοντας με τις φίλες της. Στο ίδιο πανηγύρι είχαν παρευρεθεί ο (μετέπειτα) πατέρας μου με την μάνα του. σε κάποια στιγμή η μητέρα του πατέρα μου τον κάλεσε κοντά της και του είπε :
« Γιάγκο, τόσα ωραία κορίτσια έχομε εδώ, διάλεξε και συ ένα από αυτά, να το παντρευτείς ! ».
Η απάντηση του πατέρα μου στην συμβουλή της ήταν η παρακάτω : «Μητέρα, η γυναίκα που θα πάρω, τις περισσότερες ώρες της ημέρας θα τις περνάει μαζί σου, γι’ αυτό διάλεξε την σε παρακαλώ εσύ !»
Έτσι κι έγινε. Η μητέρα του αποδιάλεξε την μαμά μου την οποία και την πάντρεψε με τον γιό της. Και από τότε όσες φορές γινόταν λόγος για την μητέρα μου, ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει : «Τι να ‘κανα ; Βλέπει, δεν ήταν δική μου εκλογή !»
Ο παππούς μου, απ την μεριά του πατέρα μου είχε προβλήματα με τα μάτια του και είχε έρθει στην Αθήνα για να υποβληθεί στην κατάλληλη θεραπεία. Είχε νοσηλευθεί στο οφθαλμιατρείο της οδού Σινά και επέστρεψε ενθουσιασμένος στην Ριζούντα, μιλώντας σε όλους όσοι τον πλησίαζαν, για τις ομορφιές της Ελληνικής πρωτεύουσας.
Όμως ένα πρωινό που πήγε να ανοίξει το μαγαζί του, όρμησαν πάνω του τούρκοι κλέφτες που αφού τον λήστεψαν, τον χτύπησαν, τον φίμωσαν και τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Μετά δε από κείνο το πάθημα του, όταν συνήλθε έλεγε : «δεν ήταν πια ζωή εδώ πέρα» και ξεσηκώθηκε και πήγε να ζήσει στα Ιεροσόλυμα όπου και απέθανε.
Όταν , μετά την ρωσική επανάσταση, υποχώρησαν τα ρωσικά στρατεύματα από τον Πόντο, άρχισαν οι προστριβές των Ελλήνων με τους τούρκους. Σαν αιτία βρήκανε οι τούρκοι τον ενθουσιασμό των Ελλήνων κατοίκων οι οποίοι υποδέχτηκαν τους ρώσους στρατιώτες σαν ελευθερωτές. Είχαν αναρτήσει μάλιστα στα σπίτια τους εκατοντάδες ελληνικές σημαίες οι οποίες ερέθισαν ακόμη περισσότερο τους τούρκους.
Ευτυχώς η οικογένεια μας είχε καλούς τούρκους φίλους κι έτσι δεν δεινοπαθήσαμε όπως οι άλλοι συμπατριώτες μας. Ένα βράδυ είχαν μπει στο σπίτι μας καμιά δεκαπενταριά τούρκοι όλοι φίλοι του πατέρα μου και του είπαν : « Πάντσο εφέντη, επειδή σε εκτιμούμε και σε αγαπούμε και δεν θέλουμε να πάθεις κανένα κακό, σε συμβουλεύουμε να φύγεις. Να πάρεις την οικογένεια σου και αν φύγεις όσο μπορείς πιο γρήγορα γιατί θα συμβούν μεγάλα γεγονότα ! ».
ρίζαιο,ριζούντα,γιάλτα,ρομανό,πασσιγιάν,ταργαλιά,πότι,ρωσίας,βατούμ,ελληνικό,παιδαγωγικό,τέχνικουμ,ιστορία,λαογραφία,ποντίων,γενοκτονίαΗ γιαγιά μου, μαζί με την μητέρα μου, στρώσανε αμέσως τραπέζι και τους τάισαν όλους. Και την άλλη ημέρα ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης Κυρτόπουλος αφού ειδοποίησε όσους περισσότερους μπορούσε, βρήκε έναν φίλο του τούρκο που είχε ένα μεγάλο καΐκι και με την συνοδεία εκείνων των ίδιων τούρκων, που είχαν έρθει το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι μας, οδηγηθήκαμε στο καΐκι κουβαλώντας μαζί μας αρκετά πολύτιμα πράγματα καθώς και χαλιά, ραπτομηχανή κτλ, ...και φύγαμε.
Όταν φτάσαμε στο Πότι της Ρωσίας, πρώτα ο πατέρας μου και μετά η μητέρα μου, αρρώστησαν και νοσηλεύτηκαν στο νοσοκομείο της Τιφλίδας όπου μάλιστα ο αρμένης γιατρός που τους είχε αναλάβει τους έκλεψε όλα τα λεφτά. Κι έτσι, καταπονημένοι δίχως χρήματα φύγαμε για το Βατούμ. Εκεί πουλήσαμε τα χαλιά και άλλα πράγματα και ο πατέρας μου επιδόθηκε στο εμπόριο αλεύρων και άνοιξε και ένα καφενείο. Δυστυχώς όμως μια ημέρα που είχαμε 200 τσουβάλια αλεύρι, ήρθαν και τα κατέσχεσαν αφήνοντας μας μόνο ένα. Ωστόσο ζούσαμε καλά. Είμασταν έξι παιδιά και όλα πηγαίναμε στο σχολείο.
Το Βατούμ ήταν μεγάλο εμπορικό κέντρο και είχε μεγάλο λιμάνι. Υπήρχαν πολλοί Έλληνες οι οποίοι έλεγχαν το εμπόριο του τόπου, όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του Καυκάσου και της Ρωσίας. Εδώ πρωτοπήγα κι εγώ σε ένα σχολείο το οποίο παλιότερα ήταν εφτατάξιο κι έπειτα το κάνανε δεκατάξιο ονομάζοντας το Ελληνικό Παιδαγωγικό Τέχνικουμ. Οι απόφοιτοι αυτής της σχολής διορίζονταν δάσκαλοι στα ελληνικά σχολεία που ήταν διασκορπισμένα γύρω από το Βατούμ. Φοιτούσαν δε σε αυτό πάρα πολλοί έλληνες. Στα επτά πρώτα χρόνια τα μαθήματα τα δίδασκαν έλληνες καθηγητές εκτός από την ρωσική γλώσσα την οποία δίδασκε ρώσος καθηγητής. Στα επόμενα τρία χρόνια όμως, οι καθηγητές ήταν ρώσοι.
Εγώ ανήκα στην πρώτη φουρνιά των δασκάλων που αποφοίτησαν από την σχολή το 1932. Είχα διοριστεί δασκάλα στην Τσάκβα αλλά δεν πρόλαβα να διδάξω καθώς την ίδια χρονιά φύγαμε για την Ελλάδα.
Εδώ πρέπει να αναφέρω και ένα δυσάρεστο γεγονός που συνέβη στον πατέρα μου, ο οποίος παράλληλα με τις άλλες δουλειές του, έκανε και τον σαράφη, ανταλλάσοντας ξένα νομίσματα, κάτι που απαγορευόταν αυστηρά !
Έτσι το 1931 σε κάποια έρευνα της τοπικής αστυνομίας στο σπίτι μας, βρήκαν μέσα σε ένα από τα βιβλία μου ένα ιταλικό χαρτονόμισμα, δεν θυμάμαι πόσων λιρετών το οποίο μου είχε χαρίσει ο πατέρας μου. Η ανακάλυψη εκείνη στάθηκε αιτία να φυλακιστεί ο πατέρας μου για οκτώ μήνες και στην συνέχεια να απελαθεί στην Ελλάδα. Στις 22 Νοεμβρίου 1932 ήρθε και η υπόλοιπη οικογένεια και τον βρήκε στην Ελλάδα.
Ξαναπήγα στο Βατούμ σαν προσκυνήτρια το 1979 δηλαδή μετά από 47 χρόνια. Οι αλλαγές που βρήκα στην περιοχή ήταν ασήμαντες. Βρήκα το σπίτι μας, αλλά και το σχολείο μας που λειτουργεί τώρα σαν ρωσικό σχολείο καθώς και την εκκλησία μας τον Άγιο Νικόλαο.
Όταν φεύγαμε, κατέβηκαν στην προκυμαία πολλοί έλληνες που ζούσαν ακόμα εκεί, να μας αποχαιρετήσουν. Ανέβηκα τελευταία στο καράβι κατασυγκινημένη αφήνοντας πίσω μου, την δεύτερη, σχεδόν πατρίδα μου.

Πηγή : Απ’ το Ρίζαιο στην Ελλάδα - Αλησμόνητες Πατρίδες
Αναστασία Ευσταθιάδου – Σούρμενα, Αθήνα
Ποντιακή Ηχώ, τεύχος 18ον

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ