Το Μπουγάρ Μαντέν και τα πέριξ ποντιακά χωρία

Μπουγάρ,μαντέν,μαλέζ,τρίμαν,βραστάρ,διβάνι,χαρπιγιέ,ουρφιγιέ,πελεμεδίκ,καβουκλή,οβατζίκ,περικετλή,χαλδία,αργυρούπολη,νίγδη,μουτεσαριφλίκι,άδανα,ικόνιο,κόνγια,καϊμακαμλήκι,μαδεντζίδες,ματεντζήδες,καισάρεια,σεβάστεια,ερζερούμ,μαδέν,καζασή,χαμηδιέ,καζασή,σετζαεττίν,τζιρούτ,μουρτεσίνη,δζιφτέχάν,κορασίτας,τσουντσούνας,στουπίταςΗ επαρχία Μπουγάρ Μαδέν (μεταλλείο του Ταύρου) βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού Ικονίου το οποίο χωρίζεται από τον νομό Αδάνων. Διοικητικά υπαγόταν στον νομό Ικονίου (Κόνγια) και είχε ως Μουτεσαριφλίκι την Νίγδη όπου ήταν και η έδρα του υποδιοικητή. Καϊμακαμλήκι μέχρι το 1910 ήταν το Μαδέν γι’ αυτό και οι κάτοικοι ονομάζονταν Μαδεντζίδες. Μετά το 1910 η έδρα τις υποδιοίκησης μεταφέρθηκε στο Ουλού-κουσ̌λά όπου υπήρχε σιδηροδρομικός σταθμός της γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης που βρισκόταν στο κέντρο δημόσιας οδού που οδηγούσε προς Καισάρεια, Σεβάστεια, Ερζερούμ.
Η επαρχία αυτή περιλαμβάνει 32 τουρκικά χωριά και τρία αμιγώς ελληνικά που κατοικούσαν έλληνες ποντιακής καταγωγής. Αρχικά ονομαζόταν Χαμηδιέ Καζασή ενώ μετέπειτα Σετζαεττίν και τελευταία Μαδέν Καζασή, με έδρα το Μπουγάρ Μαδέν στις υπώρειες του χιονοσκεπούς όρους Ταύρος. Είχε πεντακόσιες πενήντα ελληνικές οικογένειες και τέσσερις τουρκικές (από τον Πόντο). Οι μόνοι τούρκοι στην περιοχή ήταν οι υπάλληλοι της διοικήσεως.

Η γλώσσα, τα ήθη και έθιμα των κατοίκων ήταν καθαρά ποντιακά. Είχε 560 ελληνικές οικογένειες με πληθυσμό 8.000 ψυχών, τέσσερις οικογένειες τουρκολαζών και δέκα οικογένειες Αρμενίων, όλοι επιδίδονταν στο εμπόριο. Γόνος εκείνων είναι ο ιατρός Οβανές Αρζουμιάν ο μόνος που σώθηκε από την σφαγή του 1916.
Η κωμόπολη διαιρείτο σε πέντε ενορίες.
Ο κάτω μαχαλάς είχε περικαλλέστατο ναό προς τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου και στα δύο χιλιόμετρα ανατολικότερα υπήρχε παρεκκλήσι προς τιμή του Αγίου και ιαματικού Παντελεήμονος του Αναργύρου όπου υπήρχε το κοιμητήριο της κοινότητας.
Η άνω ενορία είχε κι αυτή παρεκκλήσι επ΄ονόματι πάλι του Αγίου Γεωργίου και δυτικότερα της κωμοπόλεως άλλο παρεκκλήσι επ’ ονόματι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του μυροβλύτου. Κατά τις ημέρες των εορτών των παρεκκλησίων, την παραμονή, γινόταν ο εσπερινός, ενώ το πρωϊ μετά την θεία λειτουργία άρχιζε η μεγάλη πανήγυρις στην οποία συμμετείχαν και οι τούρκοι των γύρω χωριών σε αγώνες πάλης, ιπποδρομιών και ακοντίου (τζιρούτ).
Μπουγάρ,μαντέν,μαλέζ,τρίμαν,βραστάρ,διβάνι,χαρπιγιέ,ουρφιγιέ,πελεμεδίκ,καβουκλή,οβατζίκ,περικετλή,χαλδία,αργυρούπολη,νίγδη,μουτεσαριφλίκι,άδανα,ικόνιο,κόνγια,καϊμακαμλήκι,μαδεντζίδες,ματεντζήδες,καισάρεια,σεβάστεια,ερζερούμ,μαδέν,καζασή,χαμηδιέ,καζασή,σετζαεττίν,τζιρούτ,μουρτεσίνη,δζιφτέχάν,κορασίτας,τσουντσούνας,στουπίταςΥπήρχαν δύο δημοτικά σχολεία και ένα Σχολαρχείο. Το 1912 και το 1914 το Σχολαρχείο είχε και από μια γυμνασιακή τάξη με 9 δασκάλους, τέσσερις ιερείς και περί τους 200-250 μαθητές και μαθήτριες. Οι τούρκοι υπάλληλοι της κωμοπόλεως ελλείψει τουρκικού σχολείου στην περιοχή, έστελναν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία. Είναι καλό να μνημονεύσουμε σε αυτό το σημείο τους τελευταίους διδασκάλους μας ως φόρο τιμής για τους κόπους και μόχθους που κατέβαλαν για την ελληνοπρεπή και χριστιανική μόρφωση των μαθητών της περιοχής αυτής, που στάθηκε ως φωτεινός φάρος μέσα στα αλλόθρησκα έθνη.
Αυτοί ήταν :
Οι αείμνηστοι αδερφοί Φελέκη από το Άκδάγ Μαδέν, Δημήτριος και Βασίλειος, ο αείμνηστος Θεόδωρος Κωταϊδης, οι αείμνηστοι Γ. Λαζαρίδης, παπαΒασίλειος Αϊνάζογλου, Γρηγόριος Τουγιαννίδης και Αναστάσιος ΧατζηΒασιλειάδης. Αιωνία τους η μνήμη !
Αλλά ας μην ξεχάσουμε και τους τελευταίους, τους ζωντανούς ευτυχώς διδασκάλους μας, τον εν ενεργεία φίλτατον καθηγητή φιλολογίας στο γυμνάσιο κ. Ι. Λυκίδη και τον συνταξιούχο της αγροτικής τραπέζης, φίλο, Θωμά Χρυσανθίδη και Γεώργιο Φελέκη.
Εντός της κωμόπολης και κάτω στο ισόγειο του νεοσύστατου διώροφου σχολείου λειτουργούσε μέχρι το 1910 ταπητουργείο όπου τα κορίτσια μάθαιναν την τέχνη αυτή. Τον χειμώνα λειτουργούσαν επτά φούρνοι για την κατεργασία του μεταλλεύματος του μολύβδου και δύο φούρνοι για το μετάλλευμα του αργύρου. Επίσης δίπλα στον φούρνο του αργύρου (Γάλ) υπήρχε μια μεγάλη αποθήκη για την αποθήκευση του μολύβδου που δεν περιείχε άργυρο (το λεγόμενο μουρτεσίνη).
Πέραν τον πιο πάνω ασχολιών, οι κάτοικοι καταγίνονταν και με την κτηνοτροφία χάρις στα απέραντα λιβάδια που υπήρχαν και στα οποία έτρεφαν τόσο τα δικά τους όσο και ποίμνια ξένων κτηνοτρόφων. Ήταν εξαιρετικό το αρωματικό χόρτο των υπωρειών του όρους Ταύρος με τα άφθονα κρύα νερά του, όπου αφθονούσαν τα κορασίτας, τα τσουντσούνας και τα στουπίτας.
Στο ανατολικό τμήμα επιδίδονταν στην αμπελουργική και δεντροκομία. Υπήρχαν μήλα περιζήτητα, αχλάδια, δαμάσκηνα, καρύδια, φουντούκια, ροδάκινα κτλ. Γι’ αυτό τον λόγο δεν ήταν δυνατό να υπάρχει κανείς ενδεής. Όλοι σχεδόν ευημερούσαν και είχαν άνετους πόρους ζωής καθώς πάντα υπήρχε εργασία για όλους, ακόμα και για τους ξένους. Πολλοί παραθεριστές από την Ταρσό, τα Άδανα και την Μερσίνα παραθερίζονταν κοντά στα βυζαντινά ιαματικά λουτρά του Δζιφτέ Χάν, συχνά επισκέπτονταν και το Μπουγά Μαδέν δημιουργώντας οικονομική κίνηση.
Μακροσκελή περίληψη της μορφωτικής, πνευματικής και εμπορικής κίνησης του Μπουγάρ Μαδέν έκανε ο γερηκαρώς ήδη και εις Άφαλον την Αλμωπίας ευρισκόμενος, σεβαστός μου δημοδιδάσκαλος τότε Χαραλάμπης Φελέκης, εις το εν Αθήναις εκδιδόμενο το 1908 – 1912 περιοδικό Ξενοφάνης, όργανο του σωματείου Ανατολή.
Σε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων στα Βόρεια, βρισκόταν το χωρίον Οβατσίκ (άποικοι από το Μπουγά Μαδέν), μέσα σε έφορη κοιλάδα, στο οποίο κατοικούσαν εβδομήντα πέντε οικογένειες, γνήσιοι έλληνες πόντιοι, επιδιδόμενοι στην γεωργία και κτηνοτροφία. Διατηρούσαν πλήρες δημοτικό σχολείο με δύο διδασκάλους και εκκλησία (ναό) επ’ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής. Το 1906-1912 είχε ξεκινήσει η κατασκευή μια πελώριας εκκλησίας. Κτίσθηκε όλη με πελεκητή πέτρα φαιού χρώματος με κολώνες και αψίδες από την ίδια πέτρα την οποία μετέφεραν από απόσταση τεσσάρων ωρών, από την πατρίδα του Απολλωνίου του Τυανέως, σημερινό Κλισί Χισάρ ή Καισασάρ κατά την ομιλούμενη, η οποία μνημονεύεται από την Ξενοφώντα στην Κύρου Ανάβαση ως Θοάνα.
Επρόκειτο, δυστυχώς, να μη χαρούν τους κόπους και τους μόχθους τους καθώς ακολούθησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και μετέπειτα ο καταστρεπτικός δεύτερος με επιστέγασμα την εξόντωση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Όλοι σχεδόν οι πρόκριτοι αυτών των χωρίων : Οβατζίκ και Καβουκλή βρήκαν τραγικό θάνατο. Εκατόν έξι ψυχές και μαζί τους δύο ιερείς κάηκαν ζωντανοί από τους τούρκους. Κάηκαν ζωντανοί σαν λαμπάδες διότι δεν υπέκυψαν στην τουρκική βία και θηριωδία, βροντοφωνάζοντας : Είμεθα Έλληνες !
Πέντε χιλιόμετρα στα βορειοανατολικά του Οβατζίκ βρισκόταν το άλλο χωριό που λεγόταν Καβουκλή που το κατοικούσαν ογδόντα οικογένειες οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν άποικοι από την Κορόνιξα όπως οι Ζηνάντ και οι Καραγιαννάν των οποίων τα επίθετα σώζονταν μέχρι την ανταλλαγή. Αυτό το εξακριβώσαμε κατά την διαδρομή μας ως εξόριστοι από Ερζερούμ μέσω Αργυρούπολης προς την Τραπεζούντα το 1923. Το χωριό διατηρούσε δημοτικό σχολείο με δύο διδασκάλους και περικαλλή νεόκτιστο ναό προς τιμή του Αγίου Χαραλάμπους.
Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία την κτηνοτροφία και την αμπελουργία. Αν και ήταν δίπλα στην Νίγδη και στο Πόρ (Βορησσός) και γίνονταν πλείστα συνοικέσια με τις άλλες ελληνικές κοινότητες σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάστηκαν από τον πολιτισμό ή την γλώσσα τους. Εκείνοι ήταν Έλληνες τουρκόφωνοι Καραμανλήδες και σχεδόν όλοι ήταν έμποροι. Συνέβη το αντίθετο, δηλαδή, μετέδωσαν πολλά ήθη και έθιμα ακόμα και είδη τροφών και φαγητών όπως το μαλέζ, το τρίμαν, το βραστάρ, καθώς και την γλώσσα, σε σημείο ακόμα και οι τριγύρω τούρκοι να τους αποκαλούν αβούτος. Δυστυχώς πολλοί λίγοι εξ αυτών κατάφεραν να φτάσουν σώοι στην μητέρα Ελλάδα.
Άλλοι θανατώθηκαν στην Σεβάστεια από τα στρατοδικεία (Διβάνι – Χαρπιγιέ και Ουρφιγιέ), άλλοι στο Πελεμεδίκ όπου ήταν η έδρα ενός γαλλικού λόχου κατοχής της Κιλικίας, οι δε περισσότεροι μέσα στην φάμπρικα των αδερφών Τριπάνη στην Μερσίνα. Οι λιγοστοί εναπομείναντες που έφτασαν στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Νεαπόλεως Βοϊου και μερικές οικογένειες στην Δράμα. (Ο σημερινός δήμος Βοϊου με πρωτεύουσα την Σιάτιστα και ιστορική πρωτεύουσα του δήμου την Νεάπολη, μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καλλικράτης, περιλαμβάνει τα δημοτικά διαμερίσματα Τσοτυλίου, Νεάπολης, Άσκιου, Πενταλόφου και Σιάτιστας).
Μπουγάρ,μαντέν,μαλέζ,τρίμαν,βραστάρ,διβάνι,χαρπιγιέ,ουρφιγιέ,πελεμεδίκ,καβουκλή,οβατζίκ,περικετλή,χαλδία,αργυρούπολη,νίγδη,μουτεσαριφλίκι,άδανα,ικόνιο,κόνγια,καϊμακαμλήκι,μαδεντζίδες,ματεντζήδες,καισάρεια,σεβάστεια,ερζερούμ,μαδέν,καζασή,χαμηδιέ,καζασή,σετζαεττίν,τζιρούτ,μουρτεσίνη,δζιφτέχάν,κορασίτας,τσουντσούνας,στουπίταςΑυτή ήταν η τύχη εκείνων των νοικοκυραίων και αγνών Ελλήνων.
Νοτιότερα του Καβουκλή και ανατολικότερα του Οβατζίκ σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων βρισκόταν το πλουσιότατο χωριό Εμινλίκ με 200 οικογένειες τούρκων και μεταξύ αυτών 12 οικογένειες Ελλήνων Ποντίων από το Μαδέν που ζούσαν αρμονικά με τους τούρκους. Τακτικό δάσκαλο δεν είχαν. Τα παιδιά φοιτούσαν στο Οβατζίκ, στο Καβουκλή και στο Μπουγά Μαδέν. Είχαν μια νεόκτιστη εκκλησία (ναό) προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου με ιερέα που ερχόταν εναλλάξ από τα παραπάνω αναφερόμενα χωριά.
Την ημέρα του Αγίου Δημητρίου γινόταν μεγάλη πανήγυρις όχι μόνο των Χριστιανών αλλά και των τούρκων διότι τόσο ο Άγιος Γεώργιος όσο και ο Άγιος Δημήτριος τιμόντουσαν και από τους τούρκους, Χατήρ Ελλέζ και Κασίμ ο Άγιος Δημήτριος.
Ανατολικότερα του Οβατζίκ και σε απόσταση εφτά ωρών βρισκόταν το τελευταίο ελληνικό χωριό του νομού Ικονίου που υπαγόταν στην μητρόπολη Χαλδείας, το Περικετλή Μαδέν. Το είχαν ως καύχημα ότι είχαν την καταγωγή τους από την Αργυρούπολη αλλά είχαν χάσει κάθε τι το ποντιακό, όπως, γλώσσα, ήθη και έθιμα. Αφομοιώθηκαν με τους περιοίκους ενώ φύλαξαν μόνο τον εθνισμό και την θρησκεία τους ως τουρκόφωνοι. Είχαν πλήρη αστική σχολή με τρείς διδασκάλους και μία διδασκάλισσα και έναν ναό προς τιμή της Παναγίας.
Από τις 350 οικογένειες οι 150 ήταν ελληνικές που καταγίνονταν με το εμπόριο, τις τέχνες (κτίστες-μαραγγοί κτλ). Τα μεταλλεία προ πολλών ετών έπαυσαν πλέον να λειτουργούν.
Αυτά ήταν εν περιλήψει τα 5 ποντιακά χωριά, τα οποία εν μέσω αλλοεθνών και αλλοθρήσκων λαών σε εκείνη την εσχατιά της κεντρικής μικράς Ασίας διατήρησαν με πείσμα την θρησκεία και το εθνικό φρόνημα.

Μπουγάρ Μαντέν και τα πέριξ ποντιακά χωρία.
Από τας αποικίσεις της Χαλδίας
Πηγή : Ιωάννης Λαζαρίδης - Ποντιακή εστία, τεύχος 58ον , Θεσσαλονίκη, 1954

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ