Το χωρίον Λυκάστ της Χαλδίας του Πόντου

Λυκάστ,σάγγα̤ς,χασάν,τσαούς,καράπουρνου,πλατανάκια,συντικής,σερρώς,Χαλδία,πόντου,αλησμόνητες,πατρίδες,πανόραμα,διπόταμος,ίμερα,λευκία,λειβάδια,ρακέττα,κρώμνη,λειβάδι,παρτύ,βαρενού,θεφίλ,χατζηνοτάς,καπετανίδηςΤο Λυκάστ ήταν ένα χωριό σχετικά μικρό στην επαρχία της Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας. Παλιότερα είχε σαράντα ελληνικές οικογένειες οι οποίες τα τελευταία χρόνια πριν τον ξεριζωμό είχαν μειωθεί στις πέντε οικογένειες. Το χωριό είχε δύο ναούς, του Αγίου Χριστοφόρου και του Αγίου Θεοδώρου αλλά και δύο παρεκκλήσια, του Αγίου Ιωάννη και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρισκόταν κοντά στον Διπόταμο. Εφημέριος του χωριού ήταν ο παπα Αδάμ. Το Λυκάστ είχε ένα ελληνικό σχολείο και δάσκαλο τον Σπύρο Παπαδόπουλο και δέκα μαθητές.
Μαγαζιά ή άλλα μπακάλικα δεν υπήρχαν στο χωριό. Όλα τα χρειαζούμενα τα εφοδιάζονταν απ την διπλανή κωμόπολη της Ίμερας.

Οι κάτοικοι ζούσαν από την γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι ιδιοκτησίες τους, έφταναν τα 100 στρέμματα περίπου τα οποία καλλιεργούσαν με τα τεχνικά μέσα της εποχής (τσάπες, τουκάνια, βόδια κτλ). Οι καλλιέργειες ήταν κυρίως τα δημητριακά και κάθε οικογένεια είχε περί τις 5-6 αγελάδες, ενώ παλιότερα είχαν και πρόβατα ώστε να εξασφαλίζουν το βούτυρο, το γιαούρτι και το γάλα τους.
Τα παρχάρια του χωριού ήταν : Τα Λευκία, τα Λειβάδια και η Ρακέττα.
Το βουνό του χωριού ονομαζόταν ρακέττα αλλά δεν γνωρίζω το ύψος του. Είχαμε και δάση στις τοποθεσίες «τα λευκία» «η ρακέττα» και « τα κουκουβάκια» από τα οποία προμηθευόμασταν τα αναγκαία ξύλα.
Κάτω από το χωριό περνούσε ο ποταμός «Διπόταμος» ο οποίος σχηματιζόταν από την ένωση δύο άλλων ποταμών, της Ίμερας και της Κρώμνης.
Το χωριό ήταν χωρισμένο σε γειτονιές και είχε δύο κεντρικές βρύσες και άλλες δύο μικρότερες.
Οι κάτοικοι του χωριού συνήθιζαν να μεταναστεύουν στην Ρωσία.
Οι προύχοντες του χωριού ήταν οι : Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κωνσταντίνος Ακριτίδης, Σπύρος Παπαδόπουλος και Ευστάθιος Ιωακειμίδης. Οι μορφωμένοι του χωριού ήταν οι : Σπύρος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Γρηγοριάδης, Θεόδωρος Γρηγοριάδης και Ευστάθιος Ιωακειμίδης.
Τα τραγούδια που πρωτοτραγουδήσαμε στο χωριό ήταν σκοποί του Τίκ, του Ομάλ’, της Τριγώνως, της Σέρας κλπ. Τα ποιήματα που απαγγέλαμε ήταν όλα πατριωτικά όπως λ.χ. το «μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά», «πουλιά που πάτε αψηλά», «ως πότε παλλικάρια» κ.α.
Στο χωριό υπήρχε και ένα κάστρο που το ονομάζαμε Πόρος. Τέλος τα κοντινότερα χωριά προς το Λυκάστ ήταν : Το Λειβάδι, το Παρτύ, η Βαρενού και Θεφίλ, καθώς και οι κωμοπόλεις Ίμερα και Κρώμνη.
Αναμνήσεις από το χωριό μου :
Θυμάμαι ότι τον συγχωριανό μας Δημήτριο Ακριτίδη (Τσάλπας) τον κρεμάσανε οι τούρκοι μαζί με άλλους στην Αμάσεια με την κατηγορία ότι αγωνίζονταν για την δημιουργία Ανεξάρτητου Πόντου.
Θυμάμαι τον μπαχτσέ του παππού μας Θεόδωρου Γρηγοριάδη που βρισκόταν στο κεντρικό ποτάμι της Ίμερας και της Κρώμνης. Ο μπαχτσές εκείνος ποτιζόταν από την βρύση της Ανίτσας που με ένα αυλάκι χυνόταν σε μια χαβούζα μεγάλη και κλειστή. Κάθε 24 ώρες την άνοιγε και πότιζε τον μπαχτσέ του στον οποίο καλλιεργούσε εξαιρετικά λάχανα, κρεμμύδια, κολοκύθια, ενώ είχε και καρποφόρα δέντρα όπως μηλιές, αχλαδιές, βυσσινιές και δαμασκηνιές και από κάτω ήταν όλο σπαρμένο τριφύλλι. Είχε κολοκυθιές που τα κλαδιά τους κρέμονταν προς το ποτάμι κι όπως φαίνεται ερχόταν εκεί μια αρκούδα κι έτρωγε το εσωτερικό του κολοκυθιού κι άλλοτε τα έκοβε απ τα κλώνια τους και τα κυλούσε στο ποτάμι.
Το Πάσχα πηγαίναμε και εκκλησιαζόμασταν στην εκκλησία της Βαρενούς. Φορούσαμε πασχαλιάτικα «χασιλένια τσ̌αρούχ̌ια» που μας τα έφτιαχνε η γιαγιά μας η Ανατολή και τα οποία τα φυλάγαμε κάτω απ’ τα μαξιλάρια μας. Απ’ το Λυκάστ’ έως την Βαρενού πηγαίναμε με αναμμένα μεγάλα κεριά.
Γενικά πηγαίναμε στα πανηγύρια σε κάθε χωριού του οποίου η εκκλησία γιόρταζε και όπου μαζευόταν πολύς κόσμος απ΄ όλα τα χωριά και μαγείρευαν μέσα σε μεγάλα χαλκόνια τα φαγητά και κυρίως την τζορβάν (σουρβά).
Όταν χανόταν καμιά αγελάδα που ξεμοναχιαζόταν την νύχτα, συνήθως την κατασπάραζε η αρκούδα. Τρέχαμε και μείς τότε στην βραχώδη άκρη του χωριού και φωνάζαμε : Εεε, Βερενέτ’ ! Εεε, Παρτέτ’ μήπως κανέναν χτήνον έρθεν σε σας ;
Ακούγονταν πολύ καθαρά όταν φωνάζαμε τους γείτονες μας στα διπλανά χωριά.
Δεν θα ξεχάσω την μεγάλη θλίψη που δοκίμασε η γιαγιά μου όταν βρήκε σε μια ρεματιά έξω απ’ το χωριό μας, κατασπαραγμένη την χαϊδεμένη της δαμάλα. Την έκλαψε και την θρήνησε σαν να ήταν το παιδί της.
Υπήρχε και ένα ποίημα που ήταν αφιερωμένο σ’ εκείνους που τους κρέμασαν στην Αμάσεια για έναν λεύτερο Πόντο και ανάμεσα στα άλλα έλεγε : «Δεν ήταν μόνο ο Τσάλιπας ήταν και ο Κωφίδης ήταν και ο Χατζηνοτάς και ο Καπετανίδης». Ενώ ένα άλλο τραγούδι των χαροκαμένων ποντίων είχε τους παρακάτω στίχους : «Κεμάλ πασά να καίγεσαι και παίρ’ τ’ οσπίτι σ’ βρούλαν, να ελέπω την γυναίκα σου, σου Βενιζέλου δούλαν».
Στο χωριό μας κρυβόντουσαν αρκετοί Έλληνες φυγόστρατοι τους οποίους κυνηγούσαν οι τουρκικές αρχές. Κρυβόντουσαν και στο σπίτι μας αλλά κανείς δεν το γνώριζε, ούτε ο παππούς μου ο Θεόδωρος, παρά μόνο η γιαγιά μου η Ανατολή. Όταν έφτασε στο χωριό ο Χασάν Τσαούς για έρευνα και ανακρίσεις, έπιασαν και την γιαγιά μου την Ανατολή και την ανέκριναν. Παρόλο που την βασάνισαν και της έσπασαν τα πλευρά απ’ το ξύλο, εκείνη δεν μαρτύρησε τίποτα και κανέναν.
Την περίοδο του χειμώνα στο χωριό έκανε πολύ κρύο και χιόνιζε πάρα πολύ, κι εμείς σαν παιδιά που είμασταν παίζαμε με το χιόνι. Πηγαίναμε στα πολύ κατηφορικά χωράφια μέχρι αργά την νύχτα και «τσ̌ινίεμνες με τα σάγγα̤ς».
Επειδή το κλίμα ήταν ψυχρό, ο παππούς μου ο Θεόδωρος που ήταν μερακλής στην κηπουρική ήθελε να δοκιμάσει αν στον μπαχτσέ του θα ευδοκιμούσαν τα καρπούζια. Έσπειρε λοιπόν τα καρπούζια και περίμενε να ωριμάσουν για να δει αν θα γίνονταν κόκκινα και γλυκά. Δεν πρόλαβε όμως να το διαπιστώσει καθώς πλάκωσαν την νύχτα κάτι χωρικοί απ’ τα διπλανά χωριά και του τα έκλεψαν όλα. Στενοχωρήθηκε ο παππούς μου και είχε μεγάλο καημό, όχι τόσο γιατί του έκλεψαν τα καρπούζια, αλλά γιατί δεν πρόλαβε να δει εάν θα γίνονταν κόκκινα και γλυκά από μέσα. Πήρε σβάρνα λοιπόν τα χωριά και ρωτούσε τον κόσμο (έχοντας συγχωρέσει ήδη τους κλέφτες) για να μάθει εάν τα καρπούζια του είχαν γίνει πράγματι κόκκινα και γλυκά.
Στην Ελλάδα ήρθαμε με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 με το πλοίο Καβάλα το οποίο μας ξεμπάρκαρε στο Καράπουρνου (Καραμπουρνάκι) της Θεσσαλονίκης. Από κει, μας μετέφεραν και μας εγκατέστησαν οριστικά στα Πλατανάκια της επαρχίας Συντικής του νομού Σερρών.
Μαζί μας είχαμε φέρει το χέρι του Αγίου Χαραλάμπους (εννοεί το ιερό λείψανο), ευαγγέλια και άλλα εκκλησιαστικά είδη τα οποία αφιερώσαμε στον ιερό ναό του χωριού. Είχαμε φέρει και αρκετές φωτογραφίες και ενδυμασίες τα οποία όμως τα είχε ο θείος μου.

Πηγή : Μαργαρίτα Αλεξιάδου – Πανόραμα Θεσσαλονίκης

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ