Ένα αλησμόνητο ταξίδι. Απ' την Θεσσαλονίκη στην Λαραχανή του Πόντου

Λαραχανή,χαντσουράντων,χουλιαρά,χιοκουμέτ,λαραχανίτες,οφλήδες,ρωμέϊκα,πλαγιάδ,τσαλουκάντων,γουμερά,μουσταφάμπέη,κεϊσ̌άντων,ραχ̌ίν,τσίρενα,λυκοματάντων,σανάντων,σκεντεράντων,γιαμανάντων,παπαδάντων,λαμπριανάντων,πιλίκονοςρακάν,τρικοιλάντων,καστελλά,λάπαζα̤,παρχάρι,σταμπόλια,καστανίτσεςΜπροστά μου ανοίγεται η Λαραχανή. Μπορώ να βρώ και να εντοπίσω το σπίτι μου. Γνωρίζω τους μαχαλάδες. Εδώ κάτω είναι η συνοικία Χαντσουράντων. Το δικό σου σπίτι Λευτέρ μπέη ξέρεις που είναι ; Δύο σπίτια Χουρσ̌ίτ αγά. Ένα εδώθε από το ποτάμι και ένα πέρα απ το ποτάμι στον Χουλιαρά. Μα δεν διακρίνω τίποτα ! Που είναι το δάσος το δικό μου στον Χουλιαρά ; Τι έγιναν τα έλατα, οι οξυές, οι καρυδιές, οι βαλανιδιές, οι καστανιές και όλα τα άλλα ;
Τα ιδιόκτητα δάση και τα οπωροφόρα δέντρα των χριστιανών τα κόψαμε Λευτέρ μπέη, τα σπίτια τα χαλάσαμε για να μην έρχονται ξένοι πρόσφυγες εδώ στο χωριό μας. Αν υπήρχαν οι περιουσίες των χριστιανών άθικτες, και τα σπίτια κατοικήσιμα, θα ερχότανε ξένοι να τα πάρουν, θα τους έφερνε εδώ το χιοκουμέτ. Τώρα θα φυτρώσουν άλλα δέντρα και θα τα εκμεταλλευτεί το χωριό μας.

Λαραχανή,χαντσουράντων,χουλιαρά,χιοκουμέτ,λαραχανίτες,οφλήδες,ρωμέϊκα,πλαγιάδ,τσαλουκάντων,γουμερά,μουσταφάμπέη,κεϊσ̌άντων,ραχ̌ίν,τσίρενα,λυκοματάντων,σανάντων,σκεντεράντων,γιαμανάντων,παπαδάντων,λαμπριανάντων,πιλίκονοςρακάν,τρικοιλάντων,καστελλά,λάπαζα̤,παρχάρι,σταμπόλια,καστανίτσεςΠολύ έξυπνο αυτό που κάνατε Χουρσ̌ίτ αγά. Ώστε τώρα μόνο Λαραχανίτες μένουν εδώ ; Ξένοι δεν ήρθαν ;
Όχι, ήρθαν, αλλά λίγοι και πρόλαβαν να βρούν σπίτια. Ήρθαν καμιά σαρανταριά οικογένειες από τον Όφ. Και σ’ αυτό φταίει η πλεονεξία μας. Κρατήσαμε μερικά σπίτια χριστιανικά γύρω απ τα δικά μας ώστε να τα δώσουμε στα μέλη της δικής μας οικογένειας, στα παιδιά μας. Το Χιοκουμέτ όμως ξέρει ποιά ήταν δικά μας και ποια ήταν Ρωμέϊκα. Ήρθα πέταξαν τον γιό μου απ το σπίτι του Σακαλή και βάλανε έναν Οφλήν. Από μένα καλύτερα ήξεραν τίνος ήταν το σπίτι που πήγα να σπιτώσω τον γιό μου. Τώρα μετανιώνουμε που δεν τα χαλάσαμε όλα. Αλλά πές μου αν θυμάσαι κανέναν μαχαλά ακόμα. Αυτό εδώ το γυμνό το λέγαμε Πλαγιάδ, δεξιά κάτω απ’ τον βράχο είναι τη Τσαλουκάντων, πιο κάτω απ’ το Πλαγιάδ’ είναι η Γουμερά και δεξιά κάτω προς το ρέμα είναι του Κεϊσ̌άντων ο μαχαλάς του Μουσταφά μπέη. Πέρα από το ορμίν είανι το Ραχ̌ίν αριστερά η Τσίρενα, του Λυκοματάντων και στο κέντρο του χωριού του Λαμπριανάντων, του Παπαδάντων, του Γιαμανάντων, του Σανάντων και του Πιλίκονος το Ρακάν. Κάτω απ’ τον Άγιο Γεώργιο είναι του Σκεντεράντων και πιο πέρα του Τρικοιλάντων και απέναντι του Καστελλά, πέρα απ’ το ποτάμι. Περίεργο Λευτέρ’ μπέη ! έφυγες τόσο μικρός και θυμάσαι τόσα πολλά ! σαν να ήσουν και χθές εδώ (είπε ο Χουρσ̌ίτ).
Επειδή ήμουν μικρός γι’ αυτό θυμάμαι Χουρσ̌ίτ αγά. Οι παιδικές αναμνήσεις διατηρούνται πάντα ζωηρές. Μοιάζουν με το παλιό κρασί που όσο περνά ο χρόνος δυναμώνει ακόμη περισσότερο.
Από πρόσωπα, ποιους γνωρίζεις ;
Νομίζω αρκετούς. Άλλους, φίλους του πατέρα μου κι άλλους συντρόφους των παιδικών μου χρόνων. Είναι επιθυμία αλλά και καθήκον μου να τους ανταμώσω όλους, και ανέφερα αρκετά ονόματα.
Θα τους δεις όλους, λέει ο Χουρσ̌ίτ, οι περισσότεροι είναι εδώ. Όσοι βρίσκονται στο παρχάρι, θα τους ειδοποιήσουμε να κατέβουν. Γιατί να κατέβουν; Θα πάω εγώ στον Παρχάρ να τους ιδώ. Αυτό είναι το καλύτερο απ’ όλα ! Με την συζήτηση, μπαίνουμε πια στο χωριό. Προχωράμε ανάμεσα απ’ τις καλαμποκιές προς το κέντρο του χωριού. Νομίζω πως είναι η ίδια εκείνη ημέρα που ανέβαινα στο Παρχάρ’ απ’ αυτόν τον χωραφόδρομο. Νομίζω πως βλέπω τα ίδια χόρτα στις άκρες του χωραφιού. Τα ίδια Λάπαζα̤ με τα σ̌άφλια̤ς των κοχλιδιών επάνω στα φύλλα τους, σαν χρυσές ταινίες. Διαφορετικά είναι τα χόρτα εδώ, αλλιώτικη η βλάστηση, ιδιόρρυθμη η σπορά. Χωράφι σπαρμένο με καλαμπόκι κι όμως η όλη εικόνα είναι εντελώς αλλιώτικη από ένα ίδιο χωράφι στην Ελλάδα. Πυκνοσπαρμένο, όχι γραμμικά όπως στην Ελλάδα, με ψηλούς αλλά αδύνατους κορμούς. Σε κάθε ρίζα καλαμποκιού έχει και μια ρίζα φασολιού, σκαρφαλωμένη με πυκνά πλατειά φύλλα και πλουμιστά λουλούδια, είναι τα περίφημα σταμπόλια και οι έρπουσες κολοκυθιές (καστανίτσες) στη ρίζα σχηματίζουν μια αληθινή ζούγκλα βλάστησης. Και σαν να μην είναι αρκετές αυτές οι ανεπιθύμητες περιπτύξεις, υποφέρει η κακομοίρα η καλαμποκιά απ την επιδρομή των κοχλιδιών (σαλιγκαριών). Καλοθρεμμένα και ανενόχλητα τα σαλιγκάρια σκαρφαλώνουν στον κορμό κατά δεκάδες σε κάθε φυτό. Έτσι η καλαμποκιά διαθέτει την ικμάδα της για την ζωή των παράσιτων εις βάρος του δικού της καρπού. Όλη η εικόνα του χωραφιού παρότι φιλοξενεί γνωστά φυτά παρουσιάζει εντελώς διαφορετική όψη απ΄ ότι ο ελληνικός κάμπος. Λαραχανή,χαντσουράντων,χουλιαρά,χιοκουμέτ,λαραχανίτες,οφλήδες,ρωμέϊκα,πλαγιάδ,τσαλουκάντων,γουμερά,μουσταφάμπέη,κεϊσ̌άντων,ραχ̌ίν,τσίρενα,λυκοματάντων,σανάντων,σκεντεράντων,γιαμανάντων,παπαδάντων,λαμπριανάντων,πιλίκονοςρακάν,τρικοιλάντων,καστελλά,λάπαζα̤,παρχάρι,σταμπόλια,καστανίτσεςΕδώ κανείς αντιλαμβάνεται ότι η φύση είναι διαφορετική ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Τι παράξενο ! Έχω την αίσθηση ότι μόλις χθές πέρασα απ’ αυτόν τον στενό χωραφόδρομο κι αντίκρισα αυτή την θεόρατη άσπρη κολοκύθα στην άκρη του χωραφιού πάνω στις κοτρώνες. Το θαύμα των αναμνήσεων δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λόγια. Είναι αληθινά μυστήριο. Φέρνει τόσο κοντά δύο χρονικές στιγμές που απέχουν μεταξύ τους 31 ολόκληρα χρόνια και τις ταυτίζει απόλυτα ! Εκμηδενίζει εντελώς τον χρόνο. Είναι άραγε μικρός ο χρόνος ή μήπως είναι το θαύμα της σκέψης που δεν έχει όρια ; Μου φαίνεται πως κάνω τις ίδιες σκέψεις που έκανα πριν από 31 χρόνια τότε που περνούσα από δω για αν πάω στην Αεραλλάξα. Ήταν η μάνα μου μαζί, η ξαδέρφη μου η Ελένη του Τσαλούκ, η ίδια ομίχλη, στο Κοχωλό που σάρωνε τα πόρτας. Να και τα τικ̌άνια̤ του χωριού. Αυτό είναι του Κοτέα, παρέκει του Σάβογλη. Να και η εκκλησία μας ο Αι-Γιώργης, ερειπωμένη πια. Το σχολείο μας με το γέρικο Σμίλον στην αυλή του, το κυπαρίσσι με τον κόκκινο κορμό. Μέσα σ’ αυτό το σχολείο έμαθα το αλφάβητο, εκεί μέσα ο δάσκαλος μου ο Νικόλας Χατζηιωσηφίδης μου έμαθε το τραγούδι «
Σαράντα παλληκάρια», εκεί μέσα έμαθα την ιστορία για το κρυφό σχολειό και το σχετικό ποίημα «απ έξω μαυροφόρ’ απελπησιά, πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι» αλλά και το άλλο «σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γή, σημαίνουν τα ουράνια, σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά το Μέγα Μοναστήρι». Μέσα σ’ αυτό το σχολείο δεν μάθαμε απλά ως μια απλή ιστορία την Ελληνική επανάσταση του 1821. Εδώ μέσα, την ζήσαμε ! Εδώ μέσα ο δάσκαλος μου ο Βασίλης Χαριτίδης όταν δίδασκε την ιστορία, χαμήλωνε την ένταση της φωνής του για να μην ακούν οι τούρκοι. Ο Κολοκοτρώνης της Ελληνικής Επανάστασης ζωντάνευε στο πρόσωπο του Ευκλείδη Κουρτίδη του Σανταίου οπλαρχηγού της εποχής μας.
Περνάμε απ’ το μαγαζί του Χουρσ̌ίτ. Τώρα λέγεται Καρακόλ. Φτάνουμε στο καφενείο του Σουλεϊμάν Γκιουνέρ. Όλο το χωριό έμαθε αμέσως όχι μόνο ότι ήρθα αλλά και ποιος είμαι. Όσοι γνώριζαν τον πατέρα μου, όσοι θυμούνταν εμένα απ’ τα παιδικά μου χρόνια έτρεξαν για να με δούνε. Τους φαίνεται πολύ παράξενο. Είμαι ο πρώτος που επισκέπτομαι το χωριό ύστερα από τόσα χρόνια. Λες και αναστήθηκε κάποιος νεκρός ! Να έλεγανε με ο κύρη μ’ εσκώθεν ας σο ταφίν κι άλλο πολλά θα επίστευ’ ατο, λέει ο Σεκέραλης. Άμα να βλέπω τον Λευτέρ’ ‘κ̌ ‘ έμεβα το !  Νέ παι, Σεκέραλη, ολίγον κι άλλο θα λές με πως είμαι και χοτλάκ΄ς (βρυκόλακας). Αλλαχά σαν, Λευτέρ μπέημ, ατό πα που εύρετεν κι έλεγετ’ α̤το, πως οι τούρκ’ εχοτλάκευαν ; Κια πολλά εγάπαναμε σας και εθέλναμε να πιστεύομαι πως οι αποθαμέν’ εσουν έβγαιναν ασο ταφίν ! Τεμέκ για καλό ελέγετ’ ατο.
Λαραχανή,χαντσουράντων,χουλιαρά,χιοκουμέτ,λαραχανίτες,οφλήδες,ρωμέϊκα,πλαγιάδ,τσαλουκάντων,γουμερά,μουσταφάμπέη,κεϊσ̌άντων,ραχ̌ίν,τσίρενα,λυκοματάντων,σανάντων,σκεντεράντων,γιαμανάντων,παπαδάντων,λαμπριανάντων,πιλίκονοςρακάν,τρικοιλάντων,καστελλά,λάπαζα̤,παρχάρι,σταμπόλια,καστανίτσεςΓια καλόν, κι΄ άμ’ ντο ; Εμείς οι χριστιανοί πιστεύομε πως κάποτε οι αποθαμέν’ θα σκούνταν όλ’ ασό ταφίν κι’ άν’.
Εξέρω. Έλεγετεν θα γίνεται η Δευτέρα παρουσία, ΄κ̌ ‘ εξέρω αν αναστορίεις ατό Λευτέρ μπέη, εσύ μικρός έσνε. Για έναν για δύο χρόνια̤ πρίν τη Ρουσσίας, ο ήλιον εκρύφτεν έναν ημέραν ‘ς σο κιντίν κι ές ( αναφέρεται σε έκλειψη ηλίου ). Κι ξέρω ντο μήνα και ποίον χρόνο. Ακόμαν ας σον Παρχάρ ‘κ̌ ‘ εκατήβαμε (έτσι όπως τα λέει ο Μουσταφάς πρέπει να ήταν το 1914), αλλά εγώ δεν θυμούμαι βέβαια. Σίτια̤ ο ήλον επαρλάεβεν, έρθεν γιαβάσια̤ γιαβάσια̤ και εσκοτίνεψεν. Τα ζά άμον παλαλά έκραζαν και έτρεχαν ΄ς σο μαντρίν. Εμείς εχπαράγαμε και ντ’ εποίναμε ‘κ̌ ‘ έξαραμε. Τ’ εσετέρ’ έκλαιγαν κι εποίναν μετάνοιας. Άλλ΄ έλεγαν θα γίνεται Δευτέρα παρουσία και άλλ’ έλεγαν οι Ρωμαίοι ενικέθαν. Έλεγαν, όντες πιάσ̌κεται ο ήλιον, νικίουνταν οι χριστιανοί κι όντες πιάσ̌κεται ο φέγγον νικίουνταν οι τούρκ’. Ατσ̌άπα αέτς έν’ ; Ντο λες εσύ Λευτέρ μπέη ; Ατο ας σε σας εξεμ’ ατο.
Γιόκ τζάνουμ. Παλαλωτά πράματα μη πιστεύετε.

Πηγή : Ελευθέριος Ελευθεριάδης (Βουλευτής) – Ποντιακή Εστία τεύχος 66-67

Παρακολουθείστε επίσης ακόμη ένα αφιερωματικό μας άρθρο στις λαϊκές παραδόσεις της Λαραχανής της Ματσούκας του Πόντου στον παρακάτω σύνδεσμο :  http://www.kotsari.com/laografia/ithi-kai-ethima-ton-ellinon-tou-pontou-gamilia-ethima-ethima-vaftisis-paidion-vaftisia-gamos-dromena-ton-ellinon-pontion/452-laraxari-sourmena-ofis-xoroi-tragoudia-matsouka-pontou

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ