Το Γιαλατζούκ της Φάτσας του Πόντου. Παντελής Παντελίδης - Σίμος Λιανίδης Α' Μέρος

Αναμνηστική φωτογραφία στη Φάτσα, το 1905Το Γιαλατζούκ της Φάτσας του Πόντου -  Απομαγνητοφώνηση της Ιστορικής ηχογράφησης του κ Σίμου Λιανίδη για την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών που πραγματοποιηθηκε στις 15 Ιουλίου 1967. Ομιλεί ο κ Παντελής Παντελίδης από το Γιαλατζούκ της Φάτσας ετών 70, κάτοικος χωρίου (Σαλώνα), Αλώνια Κίτρους Κατερίνης. Περιγράφει αναλυτικά τη γεωγραφική θέση, την πολιτική, διοικητική και εκκλησιαστική εξουσία του τόπου.

Τον τρόπο επίλυσης των διαφορών και αντιμαχιών των κατοίκων. Αναφέρει τα 7 χωριά της περιφέρειας του που ήταν κοντινά με το Γιαλατζούκ κι αυτά ήταν τα : Αλά Κερίσ̆, Καέ Κιοϊ, Κιόλ Κιοϊ, Οσμάν Κιοϊ, Μερί, ….(δεν αναφέρει το 7ο και εκ παραδρομής αναφέρει δύο φορές το Κιόλ Κιοϊ). Τα επαγγέλματα και τις τέχνες των Ελλήνων κατοίκων, όπως του χτίστη, μαραγκού, σιδερά, τενεκετζή, σουβατσή. Τη μετανάστευση των κατοίκων στην ενδοχώρα του Πόντου και στη Ρωσία για βιοπορισμό και επαγγελματική εξέλιξη. Τα προϊόντα της γεωργικής παραγωγής, ήταν : λαζούδια̤ (καλαμπόκια), καρτόφια̤, κοκκία, κουρθάρια̤, βρώμα̤, κολογκύθια, απίδια̤, μήλα, αχλάδια̤, τεγκέλια̤ (μούσμουλα), κεράσια̤ κτλ
Ποτάμι στο χωριό δεν υπήρχε, παρά μόνο είχαν πηγάδια. Η απόσταση του χωριού από το πιο κοντινό δάσος είχε απόσταση μιας ώρας με το πόδι και ονομαζόταν Καρά Τουμάν και πέραν τούτου εκτείνονταν οι απέραντοι γιαϊλά̤δες (παρχάρια = βοσκοτόπια). Τα δέντρα που είχε το δάσος ήταν κυρίως πελίτια̤, και κιουλκιάν͜ια (οξιές). Η θέρμανση των οικιών τους γινόταν με τζάκια εντός των κατοικιών. Η απόσταση του Γιαλατζούκ από την Φάτσα ήταν έξι ώρες με το πόδι. Από την Φάτσα προμηθεύονταν : υφάσματα, ρούχα, αλάτι, πετρέλαιο, λάδι (Χριστέλαδον = το λάδι του Χριστού), όπλα, ψαρικά, τσαρούχ̆ια̤ κτλ. Από το λιμάνι της Φάτσας εμπορεύονταν λευκουτάρια̤ (λεπτοκάρυα=φουντούκια). Τα λεπτοκάρυα τα φύτευαν τον Φεβρουάριο-Μάρτιο, ανοίγοντας δέμακρα (κουϊν = λάκκους) βάθους σαράντα πόντων. Τα φυτά τα προμηθεύονταν από την Κερασούντα. Όταν χορτάριαζαν οι λάκκοι τότε έπρεπε να τσαπίσουν όλο τον τόπο. Παράλληλα με τα φουντούκια φύτευαν και καλαμπόκια για να τα περιποιούνται μαζί και τις δύο παραγωγές. Τα καλαμπόκια όταν έφτανε ο καιρός τους να συλλογή, τα ταλάσ̆ευαν (αποτσατσάλιζαν = ξεφλούδιζαν) εκ του ρήματος τερεύω = τσατσαλίζω. Ενώ για τα φουντούκια έλεγαν, ας καθαρίζομε τα λευκουτάρια̤. Οι φουντουκιές έδιναν σημάδι για καρπό τρία χρόνια μετά και η παραγωγή άρχιζε από τον τέταρτο χρόνο. Οι ποικιλίες χωρίζονταν σε : Παλάζ (μικρό και ξυμιτωτόν) , Τομπούλ (στρογγυλό και γεμάτο) , Σιβρίν (μακρουλό και χοντρό). Η ωρίμανση τους ολοκληρωνόταν τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου. Μετά τη συλλογή των φουντουκιών, τα πήγαιναν στο σπίτι του και τα άπλωναν στον ήλιο για να ξεραθούν. Αργότερα τα κοπανούσαν για να ξεχωρίσουν τον καρπό από τις φλούδες. Το εξωτερικό μέρος των φουντουκιών που είχε το φύλλωμα, το έλεγαν : λευκουταρί κάζα̤ , το σκληρό μέρος που μέσα του υπήρχε ο καρπός λεγόταν : Τσέμπλια̤ (τσέβλια = τσόφλια), ενώ τον κυρίως καρπό τον έλεγαν : λευκουταρί καντζία. Κατά την περισυλλογή των καρπών αυτών συνήθιζαν να τραγουδούν. Τα φουντούκια τα εμπορεύονταν στα παζάρια της περιοχής. Από τα φουντούκια παρήγαγαν λάδι σην πόσ̆ταν (χ̆ερομύλια). Ο καρπός των φουντουκιών εξαγόταν στο εξωτερικό καθώς ο κάθε γεωργός παρήγαγε μεγάλη παραγωγή ως και χίλιες οκάδες φουντουκιών οπότε ασκούσαν και εμπορική δραστηριότητα. Η καλλιέργεια της γης γινόταν με τα βόδια και χειροποίητα γεωργικά εργαλεία. Στο χωρίο τους είχαν βούδια̤, άλογα και χτήνι͜α, και κομέσα̤ (βουβάλια). Για το τσάπισμα (τσακέλιμαν) χρησιμοποιούσαν το τσακέλ’ (τσάπα), ενώ για το άνοιγμα λάκκων το μακ̆έλ’ (καζμά). Για το θέρισμα χρησιμοποιούσαν το κ̆αγάν (δρεπάνι). Με το αξινάρ’, την κροπήν και το ψαλίδ’ κλάδευαν τα δέντρα τους αλλά και με την Τεστερά̤ν (στα λαζικά) Πιριόν ή Πιριγιόν στα Ελλενικά (πριόνι) όπως χαρακτηριστικά λέει ο κ Παντελίδης. Στη γιαϊλά (παρχάρι) καλλιεργούσαν έναν ειδικό παλιό καρπό σιταριού που το θέριζαν με τα κ̆αγάνια. Επίσης έκαναν και τα τσίρι͜α (ξηρούς καρπούς φρούτων = αποξηραμένα φρούτα) για κατανάλωση τον χειμώνα. Περιγράφει προς το τέλος της αφήγησης του ο κ Παντελίδης ως χτίστης σπιτιών που ήταν, τον τρόπο που υπολόγιζε τις διαστάσεις και την τοποθεσία που θα έχτιζε το σπίτι. Πως όριζε τα τεμέλ͜ια (θεμέλια) και πως θα τα άνοιγαν με το μακ̆έλ’. Επίσης περιγράφει με λεπτομέρεια το χτίσιμο του σπιτιού με πέτρες, σανίδια, κορμούς δέντρων και λάσπη. Στα χωριά δεν είχαν (κερπίτσια) τούβλα καμωμένα με λάσπη και άχυρο. Κεραμίδια επίσης δεν υπήρχαν, με σανίδια κάλυπταν την οροφή των σπιτιών.

Πρόταση επιπλέον παρακολούθησης κι ενημέρωσης για την πόλη της Φάτσας του Πόντου, στους παρακάτω συνδέσμους :
https://www.youtube.com/watch?v=gzyjunnsa3A & https://www.kotsari.com/pontos/poleis-oikismoi-xoria-perioxes-toponimia-tou-pontou/107-fatsa-kotiora-ordu-sidi-favda-fadisani-fadisa

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ