Γύρω απο τους Πόντιους και τους Λαζούς, του Ιωακείμ Σαλτσή
Γύρω απο τους Πόντιους και τους Λαζούς, του Ιωακείμ Σαλτσή
Πρώτοι και εθελοντικοί και μόνοι, οι Λαζοί αποτέλεσαν τα μιαιφόνα τάγματα του κακούργου της Κερασούντας Τοπάλοσμαν και πυρπόλησαν και σκότωσαν τα ελληνικά χωριά της Πουλαντζάκης και σκόρπισαν το άγριο φονικό και τον εξολοθρεμό στ' ανατολικά χωριά των Κοτυώρων, στην περιοχή Νικόπολης, στην Έρπαα και την Κάβζα, για να καταντροπιαστούν οι θρασύδειλοι κατά την επιστροφή τους από το κυνηγητό λίγων ανταρτών της Κάβζας, της Αμάσειας και Αμισού.
Στο πρώτο σφύριγμα της Νεοτουρκικής ατιμίας για συστηματική και ύπουλη εξόντωση ή εκδίωξη των Ελληνοποντίων της Ριζούντας, ολοπρόθυμοι παραβγήκαν κ' εφαρμόσανε μόνιμο μποϋκοτάρισμα του εμπορίου των και των λίγων χωριών τους, σε βαθμό ν' αντιμετωπίσουν σύντομα το φάσμα και το δέος της λιμοκτονίας από το 1910. Και μόνο το υψηλό εθνικό φρόνημα των Ελλήνων Ριζαίου κατάρθωσε να συγκρατήσει και μέσα στην πόλη και στα χωριά τον Ελληνισμό στους προγονικούς του βωμούς με οικονομικές ενισχύσεις από την Κοινότητα και από τους Ελληνοποντίους του Καυκάσου, έως το μοιραίο πέσιμο της αυλαίας της εθνικής μας ζωής στον Πόντο.Όχι, οι Λαζοί δεν προστάτεψαν ποτέ Ελληνοποντίους. Και πάντα στάθηκαν απέναντί τους σκληροί, ληστρικοί, πολέμιοι φανατικοί. Ούτε ακούστηκε ποτέ ότι υπήρξαν και Λαζοί κρυφοχριστιανοί και δήθεν προστάτες. Και, σε τελική ανάλυση, οι Λαζοί μόνο τους... Λαζούς αγάπησαν, κανέναν άλλο. Και τίποτε δεν μας συνδέει με τους Λαζούς. Και όλα μας χωρίζουν. Ο ελαφρότερος χαρακτηρισμός που θα τους ταίριαζε ως ιδιώτες, ως κοινωνικούς ανθρώπους, ως σχέση με άλλες εθνικότητες είναι: τραγιά. Η εθνική αλληλεγγύη - Όταν κινδύνευαν οι Ριζούντιοι, του κ. Φιλίππου Παππά
Και γεννάται ήδη το ερώτημα : Πώς ο παλαίμαχος μελετητής των ποντιακών πραγμάτων και καλότατος πατριώτης κ. Σ. Ιωακειμίδης έφτασε να ταυτίσει, σχεδόν, τους Λαζούς με τους Ελληνοποντίους και να αιτιολογήσει όπως αιτιολόγησε το γεγονός της προσωνυμίας των Ελληνοποντίων και ως Λαζών;
Θα πρέπει να πούμε ότι ο κ. Ιωακειμίδης δεν έχει επισκεφτεί το τμήμα, από την Τρίπολη έως το Ρίζαιο. Θα άκουσε, θα τον πληροφορήσαν, θετικά τάχα, ότι μια πλειοψηφία από Λαζούς κατοικούσε πριν τους τόπους εκείνους. Θα πήρε, βέβαια, υπόψη και των Οφιτών την ιστορία μετά την Άλωση, θα τους ανάμιξε σαν μειοψηφία με τους Λαζούς—με πολύ, δήθεν, λάζικο αίμα στις φλέβες τους, το ίδιο και τους Θοανίτες και έτσι καταστάλαξε στο συμπέρασμα που παρουσίασε. Δεν έχει λοιπόν άδικο ο κ. Κοκκινίδης να διαμαρτύρεται. Και ορθά προασπίζει την περιοχή από Καλοπόταμο έως και την Τρίπολη ως ξένη προς τους Λαζούς. Και καλά τους περιορίζει τούτους κατά τις απαρχές των Μέσων χρόνων από το Ρίζαιο και ανατολικότερα—για να προσθέσουμε ότι κατά τους τουρκικούς χρόνους άπλωναν τα όριά τους από το Βατούμ έως τον Καλοπόταμο, δυτικό όριό τους. Τούρκοι και Λαζοί, με τις χριστιανικές τους παραδόσεις του κ. Φίλιππου Παππά
Γιατί όμως ο κ. Κοκκινίδης ισχυρίζεται ότι ο κύριος φορέας και διαμορφωτής των χορών μας είναι ο γεωγραφικός χώρος από το Βατούμ έως την Τρίπολη ; Δεν το κατανοώ τούτο. Οι χοροί μας είναι πανάρχαιοι, θαρρώ. Είναι οι πριν από τον Όμηρο και Ησίοδο χοροί, που αυτοί τους περιγράφουν όπως τους βρήκαν από την παράδοση. Είναι οι κυκλικοί χοροί με το λυράρη ή το φορμικτή στο μέσο (φόρμιγγα=είδος λύρας), που οι Έλληνες άποικοι του Πόντου τους μετάφεραν εκεί από το 786 π.Χ., στη Σινώπη πρώτα, στην Τραπεζούντα και τις άλλες πόλεις λίγο αργότερα. Τα σχετικά τραγούδια, πάλι, με τις διάφορες μελωδίες τους, τουλάχιστο αυτά που μας παραδόθηκαν ως τα σήμερα, διαμορφώθηκαν από το 13ο μ. Χ. αιώνα, από τον καιρό των Κομνηνών Τραπεζούντας και κατοπινά, στα κεντρώα σημεία της Τραπεζουντιακής Επικράτειάς τους, στα υψίπεδα της Χαλδίας κατά πρώτο λόγο, στην Κρώμνη τη γενέτειρα του νεότερου ποντιακού τραγουδιού, στη Ματσούκα, Ίμερα, Λιβερά, Σάντα, στην Αργυρούπολη με το αρχοντικό της παρελθόν. Από εκεί βέβαια, τα τελευταία τούτα, μεταδόθηκαν στ' αστικά κέντρα της παραλίας, Τραπεζούντα, Ριζούντα, Όφη και δυτικότερα, όπως κατά κανόνα λαογραφικό γινόταν προγενέστερα. Από μας τους Ελληνοποντίους λοιπόν πήραν οι Λαζοί τα είδη των χορών μας, μαζί και το χορό Σέρρα, τον πολεμικό Πυρρίχιο των αρχαιότερων Ελλήνων, και τις διάφορες σχετικές μελωδίες των τραγουδιών μας. Μπορούν να σκούζουν οι Ραδ. Σταθμοί των Τούρκων ότι πρόκειται για λάζικες καλλιτεχνικές επιδόσεις. Την ιστορική όμως πραγματικότητα να την αλλάξουν δεν μπορούν. Είναι τόσο μόνο λάζικες όσο θα μπορούσαν να είναι και τούρκικες. Λαζοί και Τούρκοι δεν είχαν τίποτε να δώσουν, μόνο να παίρνουν και ν' αρπάζουν ήξεραν. Οι τυχόν κατά τόπους ελαφρές παραλλαγές μελωδημάτων, σκοπών, δεν έχουν σημασία. Όσο για τα δίστιχά τους, τα δημιουργημένα μέσα από την τουρκική νοοτροπία, τα δίχως έννοια και οικτρότητα σαρκικά—τούς τα χαρίζουμε. Πόντιοι Έλληνες Ρωμιοί και Λαζοί του κ. Σάββα Ιωακειμίδη
Θα μου επιτραπεί να πω και κάτι άλλο που κάνει ο κ. Σ. Κοκκινίδης : Λέει ότι τον Δ. Πόντο τον αποτελούσαν οι «Έλληνες των παραλίων του και οι εξελληνισμένοι του Εσωτερικού του μόνο : Τιβαρηνοί, Μοσύνοικοι, Σάννοι (Τζάννοι), Παφλαγόνες. Δεν είναι τούτο, νομίζω, σωστό. Βέβαια οι Τιβαρηνοί, ντόπια φυλή, ήπια, οι «πάνυ γελάν σπεύδοντες εκ παντός τρόπου, ευδαιμονίαν είναι αυτήν κεκρικότες» εξελληνίστηκαν. Και ό,τι μένει από την παλιά ζωή τους είναι το ακρωτήρι Τιβανή (ή), 10 χλμ. ανατολικότερα από τα Κοτύωρα, και η Βαρενού (Τιβαρηνή) της Χαλδίας, όπως εύλογα γι' αυτήν παραδέχονται καθηγητές και ιστορικοί της Τραπεζούντας του 19ου αιώνα. Οι Μοσύνοικοι εξακολουθούν να παραμένουν στα ενδότερα και απάτητα υψώματα Κερασούντας και Πουλαντζάκης, με τα παλιά τους ήθη και έθιμα, βαρβαρότατοι πάντα και απλησίαστοι, όπως και τον καιρό του Ξενοφώντα. Από τους Σάννους, πάλι, ή Τζάννους, που ζούσαν στις βουνοκορφές, παραμέσα από τα Σούρμενα και την Οφιούντα και μεταξύ Ζύγανα, Ματσούκα, Παϊπούρτ και Ρωσσοτουρκικά σύνορα και εκχριστιανίστηκαν τον καιρό του Ιουστινιανού, μια ομάδα τους που μετοίκησε στην περιοχή της ευφορότατης Θεμίσκυρας (Τσαρσαμπά) και αποτέλεσε την Τζαννική των Βυζαντινών και το Τζαννίκ των Τούρκων, εξακολουθούν να ζούν απομονωμένοι την πανάρχαιη ζωή τους, απολίτιστοι και περιφρονημένοι, ανελλήνιστοι ήθελα να πω. Η Ενδοχώρα λοιπόν του Δ. Πόντου, η ελληνική, δεν απαρτίστηκε από τα εθνάρια που λέει ο κ. Κοκκινίδης, αν εξαιρέσουμε μόνο τους Τιβαρινούς του χώρου αυτού. Είναι τουρκικός ο Σέρα χορός; Άρθρο κ. Φίλωνος Κτενίδη
Το Ιστορικό γεγονός εξελληνισμού του Εσωτερικού Δ. Πόντου—στο ανώτερο, βέβαια, μέτρο που έγινε, είναι όμοιο με του Αν. Πόντου : Στο διάστημα αιώνων σχηματίστηκε παραμέσα από την παραλιακή και μια άλλη ζώνη, μεσόγεια, από τον ελληνικό πληθυσμό που πλεόναζε. Ηδη η Θεμίσκυρα, από τον 7ον αιώνα, βρισκόταν 8 ώρες στο βάθος από την παραλία, η Θέρμη σε 2. Με την κατάληψη και του Πόντου από τα στρατεύματα του Μ. Αλεξάνδρου και την εγκατάσταση στο Εσωτερικό στρατιωτικών σχηματισμών, μέρος του Ελληνοποντιακού λαού που πλεόναζε και στο γιαλό και παραμέσα, όρμησε με κάθε θάρρος πιά προς τα μεσογειότερα και άποίκησε ή ίδρυσε, μαζί με Μακεδόνες αποίκους τις πρώτες γνωστές πόλεις της Ενδοχώρας. Οι Μιθριδάτες βασιλιάδες διοικούσαν, λίγο αργότερα, κράτος Ελληνικό κατά το μεγαλύτερο μέρος, μ' επίσημη γλώσσα την Ελληνική, με νομίσματα και τρόπους ζωής ελληνικούς. Με τις εκστρατείες των Ρωμαίων στρατηγών για την καθυπόταξη του Βασιλείου των Μιθριδατών, άλλα πλήθη ελληνικά από την Ήπειρο, Θεσσαλία, Β. Ελλάδα και από τα νησιά του Αιγαίου, που πλεόναζαν και υποαπασχολούνταν στους τόπους τους, ήρθαν κ' εγκαταστάθηκαν στον Πόντο, Δυτικό και Ανατολικό. Έτσι, και με την επίδραση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εξελληνίστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό και εκχριστιανίστηκε τελείως όλος ο Πόντος. Οι επιτάφιες ελληνικές επιγραφές, τα κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού της Καίουσας (Κάβζας), το αρχαίο θέατρο, οι ξενώνες μακεδονικής εποχής, οι μαρμάρινοι σαρκοφάγοι με έρωτες και στη μέση γυναικεία κεφαλή, τα κτίσματα κορινθιακού ρυθμού κ' οι πινακοθήκες της Αμάσειας, του παλιού Μελάνθιου (Μελέτ) τ' αρχαία, δεν στήθηκαν, βέβαια, «τη ευγενεί επιμελεία και φροντίδι» ούτε των Μοσυνοίκων, ούτε των Τζάννων, ούτε των Παφλαγόνων, ούτε και των ανύπαρκτων, άλλωστε, στη χώρα Περσών. Ο κ. Κοκκινίδης φιλοτιμούμενος, πολύ ορθά, ν' αναιρέσει ένα λάθος, θα έπρεπε ν' αποφύγει άλλο, εξίσου σοβαρό. Και αναγνωρίζει, πιστεύω, ότι με το ίδιο αίσθημα γράφω κι' εγώ—και για τίποτε άλλο.
Και εδώ ακριβώς αναλογεί να του πω, ζητώντας του να με συγχωρήσει πολύ-πολύ, ότι ο τίτλος του μαχητικού του σημειώματος δεν ήταν σωστό να επιγραφεί «Χάλτικα μ' έφτιας» —έστω και ως χαριτολόγημα— απευθυνόμενος μάλιστα σ' ένα καθηγητή. Η ψυχραιμία στη γραφτή τουλάχιστον συζήτηση είναι όρος «εκ των ων ουκ άνευ» και η μόνη, θαρρώ, αποδοτική.
Κι' ωστόσο το ερώτημα του κ. Σ. Ιωακειμίδη παραμένει καυτό, ζητώντας μιαν απάντηση: Για ποιό λόγο από παλιά και σήμερα ακόμη, έστω που και που, μας επονομάζουν και Λαζούς ; Εδώ στη Β. Ελλάδα, στις επαρχίες ιδίως Καβάλας, Κομοτηνής, Ξάνθης, Δράμας, όπως παρατηρώ, οι Πόντιοι ακούνε και την προσωνυμία «Λαζός» με απάθεια, αδιαμαρτύρητα. Μερικοί μάλιστα, με κάποιο ναρκισσισμό, και με κάποια έπαρση κάποτε, αυτοαποκαλούνται Λαζοί: «Είμαι Λαζός, καταλαβαίνεις» ή «τόκαμε το λαζέικο». Η φυλή των Λαζών και η σχέση τους με τους Έλληνες του Πόντου
Ας προσπαθήσω κ' εγώ να δώσω μιαν ερμηνεία : Δυό είναι, νομίζω, οι λόγοι. Ο πρώτος είναι ψυχολογικός. Η βάφτιση του βασιλιά των Λαζών Τσάθιου στην Κωνσταντινούπολη το 522, τον καιρό του Ιουστίνου Α΄, η απόσπασή του από το Περσικό κράτος και το πέρασμά του στην κηδεμονία της Βυζ. Αυτοκρατορίας, ο εκχριστιανισμός, τέλος, όλων των Λαζών την εποχή του Μ. Ιουστινιανού—είχαν προκαλέσει ενθουσιασμό εύλογο στην Κωνλη. Η πλατύτερη πιά επικοινωνία των Λαζών με την Βασιλεύουσα, έτσι καθώς ήταν υπερτονικοί, ευκίνητοι, γεροί ναυτικοί—είχε προκαλέσει αίσθηση, εντυπωσίασε τους Κωνσταντινουπολίτες. Ας σκηνοθετήσουμε ένα υποθετικό διάλογο : —Τι είσαι ; —Λαζός ! —Από πού έρχεσαι ; —Από την Τραπεζούντα. (Όπως κ' εμείς, όταν καμμιά φορά μαςρωτά Αθηναίος ή άλλος Ελλαδίτης, δεν του λέμε το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας μας, αλλά για να γίνουμε αμέσως αντιληπτοί, απαντάμε ότι είμαστε από τη Μαύρη θάλασσα, από τον Πόντο, απ' την Τραπεζούντα τέλος). Πού βρισκόταν η Τραπεζούντα ; Κάπου εκεί στις εσχατιές, στις νοτιοανατολικές άκρες του Εύξεινου Πόντου. Άρα είναι Λαζία, χώρα των Λαζών—σου λέει ο Κωνσταντινουπολίτης. Έτσι και με την έλλειψη ικανών γεωγραφικών γνώσεων, εκείνον τον καιρό ιδίως, και με την, κατά ψυχολογικούς λόγους, επικράτηση του δυναμικού τύπου—όποιου—, ύστερα με την αόριστη φήμη ότι οι Λαζοί κρατάν τ' ανατολικά όρια της Επικράτειας από τους Ούννους και τους Πέρσες, που μας είχαν κηρύξει εξαιτίας τους μακροχρόνιο πόλεμο, κατάντησαν οι Κωνσταντινουπολίτες και οι δυτικές επαρχίες να θεωρούν όλο τον Πόντο ως Λαζία, Λαζική.
Ως δεύτερο γεγονός, «αυξητικό κ' ενισχυτικό, προστέθηκε τούτο. Το Πατριαρχείο μας έσπευσε να προβιβάσει την νέα χριστιανική επαρχία, τη Λαζική, σε Μητρόπολη —για να κολακέψει, βέβαια, τα νέα... κελεπούρια που προσθέτονταν στο Χριστιανισμό, τους Λαζούς. Και ο Μητροπολίτης τους είχε τον τίτλο : «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Λαζικής». Αυτό συμπλήρωσε το εθνολογικό μας παραστράτημα. Καταργήθηκε αργότερα η Μητρόπολη και έγινε Επισκοπή υπό το Μητροπολίτη Τραπεζούντας. Αλλά κ' εκείνος είχε κολλητά στον τίτλο του «Τραπεζούντος» και το «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Λαζικής». Φανταστείτε, τώρα, ένα Μητροπολίτη Τραπεζούντας να παρεπιδημεί στην Πόλη και να τον προσαγορεύουν στη λειτουργία: «Τραπεζούντος, Υπέρτιμον και Έξαρχον πάσης Λαζικής». Γίνεται ή ο Πόντος Λαζία και οι Πόντιοι Λαζοί ή δεν γίνονται; Τον καιρό των Βυζαντινών τόσο είχε προχωρήσει ο Τεχνικός αυτός νεοπλασμός, ώστε, καθώς λέει, βασιζόμενος σε γραφτά μνημεία, βέβαια, ο πολύς Φαλμεράϋερ στην Ιστορία του Τραπεζούντας, τον 13ον αι. μ.Χ. αυλικοί και χρονικογράφοι του Βυζαντίου έδιναν στους Αυτοκρ. της Τραπεζούντας τον τίτλο: «Άρχοντες των Λαζών! κραταιότατοι» κλπ. Παραπέρα: ΌΔοσίθεος, Πατριάρχης Ιεροσολ. το 1681, σ' ένα ταξίδι του από την Πόλη έως την Τιφλίδα της Γεωργίας Καυκάσου, αναγράφει στην Ιστορία του «Περί των εν Ιεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων» αυτά τα λόγια: «Επί Βεζύρου, Μεχμέτ Κιοπρουλή —1656 - 1661— εις την Λαζίαν ετούρκισαν οι Χριστιανοί από Τσαρόχη (Τσορούχ Δ. του Βατούμ) ποταμού έως Τραπεζούντος». Ορίστε : Και την περιοχή από Καλοπόταμο έως και Τραπεζούντα την αποκαλεί Λαζία ο Πατρ. Δοσίθεος. Καλά, πάλι, που δεν περίλαβε και την Τρίπολη κλπ. Τι κι' αν ένας παλαίφατος Ελληνισμός, ξεκινώντας από το 786 ακόμα προ Χριστού, ίδρυσε στη Σινώπη και σ' όλο το στεφάνι της Ν. Α. παραλίας του Εύξ. Πόντου μια γερή Επικράτεια κ' ένα ολάκερο Εθνικό Ελληνικό συγκρότημα στο πέρασμα των αιώνων;
Η προσωνυμία, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, στάθηκε ένα εθνικό επικάθισμα, ένα παρώνυμο, εξωτερικό όμως. Διότι οι Ελληνοπόντιοι από τη Ριζούντα έως και την Ινέπολη (Ιωνόπολη) μόνο σε αστεία ανεχόμασταν να μας αποκαλούνε Λαζούς. Σαν θέμα ουσίας, θα το απορρίπταμε με αγανάκτηση και βδελυγμία, αφού τη φερώνυμη εθνότητα την είχαμε ανεπιθύμητη και ως παρουσία και ως απλή κουβέντα. Οι σημερινοί μας Πόντιοι στη μεγάλη αρχέγονη πατρίδα τους, είναι ανάγκη να την αποκρούουν την επωνυμία στέρεα, για να εξαφανιστεί. Αυτά τα λίγα, δίχως αξίωση καμμιά αρμοδιότητας, αντλώντας από την Ιστορία και χωρίς να θελήσω ν' αναγράψω συγγράμματα και σελίδες, για να μη δώσω σ' ένα σημείωμα τη μορφή ευρετηρίου. Αλλά και από παρακολούθηση και μελέτη της γνωστής πραγματικότητας έως τα σήμερα.
Γύρω απο τους Πόντιους και τους Λαζούς, του Ιωακείμ Σαλτσή - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
