Πόλεις Περιοχές - Πέμπτο μέρος. Χερροίανα - Πλάτανα - Κέλ Κίτ - Τρίπολις - Φάτσα - Σταυρίν - Μούζενα

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,πάφρα,μπάφρα ΟΥΤΣ ΠΟΥΝΑΡ' (Τρείς βρύσες)
Χωριό στους πρόποδες του όρους Νεπιεντάγ της Πάφρας. Ο πληθυσμός του ήταν αμιγώς Ελληνικός μάλιστα είχε εκκλησία και σχολείο.
Το 1917 το Ούτς πουνάρ' έχασε 250 ψυχές όταν μετά από καταδίωξη υπο των Τούρκων κλείστηκαν στη μονή της Παναγίας του Οτ Καγιά (Μάγαρα Παχατσάχ Παναγιασί) του όρους Νεπιέν. Οι Τούρκοι περικύκλωσαν τη μονή. 60 πολεμιστές μη θέλοντας να παραδοθούν στα χέρια των άπιστων έθεσαν τέλος στη ζωή τους. 520 ψυχές παραδόθηκαν συνολικά μεταξύ τους γυναίκες και παιδιά. Από το Ουτς πουνάρ' καταγόταν κι ο επικεφαλής της μάχης του Οτ Καγιά ο οπλαρχηγός Χατζηγιώργης Καραβασίλογλου.

 

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,χερροίανα,σερίανα,τραπεζούνταΧΕΡΡΟΙΑΝΑ ΚΑΙ ΧΕΡΙΑΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΙΑΝΗ
Το όνομα τμήματος της Χαλδίας τουρκιστί Σεiράν δηλαδή, τόπος αξιοθέατος. Τα χερροίανα καταλαμβάνουν ένα μέρος της λεγόμενης απο τους βυζαντινούς, Μικράς Αρμενίας. Τα χερροίανα είχαν ως έδρα υποδιοίκησης τη Γάρατσα που περιελάμβανε 72 ελληνικά χωριά.

Δείτε το αφιερωματικό βίντεο για τα Χερροίανα του Πόντου

Παρακολουθείστε και το ακόλουθο βίντεο μας

 

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,πλάτανα,τραπεζούνταΠΛΑΤΑΝΑ
Πόλη και λιμάνι Δυτικά της Τραπεζούντας

Στη θέση των σημερινών Πλατάνων ήταν κτισμένη η αρχαία Ερμώνασσα η οποία ονομάστηκε Φαρνακία επι βασιλείας Φαρνάκη του Α΄. Κατοικείτο απο 2000 κατοίκους μισοί εκ των οποίων ήσαν χριστιανοί.

Δείτε το αφιερωματικό βίντεο για τα Πλάτανα του Πόντου

Πλάτανα. Ετούτης της ελληνικής πολιτείας η δόξα χάνεται μέσα στα βάθη των αιώνων. Το ελληνικό δαιμόνιο απ’ τα χρόνια τα παλιά έχει εξερευνήσει όλες τις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Έλυσε το μυστήριο της μαύρης θάλασσας και αξιοποίησε όλη τη γύρω περιοχή. Στα χρόνια τα κατοπινά το ελληνικό πνεύμα καταξιώθηκε σε ολόκληρο το χώρο του Πόντου. Στην περιοχή Πλατάνων οι Έλληνες μεγαλούργησαν. Τα Πλάτανα είναι Κωμόπολη παραθαλάσσια. Είναι χτισμένη στη θέση όπου βρισκόταν η αρχαία πολίχνη Ερμώνασσα την οποία αναφέρει ο Στράβωνας αλλά και άλλοι γεωγράφοι, σαν πόλη εμπορική. Η Ερμώνασσα την εποχή του βασιλέα του Πόντου Φαρνάκη ονομάστηκε Φαρνακία. Η Ελληνική αυτή πολίχνη υπέστη πολλές καταστροφές. Ερημώθηκε τελείως κατά τον μεσαίωνα οπότε και χτίστηκαν τα Πλάτανα στη ίδια περίπου τοποθεσία.  Τα Πλάτανα επικοινωνούσαν με την Τραπεζούντα με αμαξιτό δρόμο αλλά και δια θαλάσσης. Αποτελούσαν επαρχία του νομού Τραπεζούντας μαζί με τα εξής 13 χωριά : Αγρίδ. Ασόρ, Φίζ, Καλιερά Φυσερά, Στρουκί, Μακριενή, Τσαβανά, Καρτσέα, Αϊδανή, Μερσίνη, Φραγκουλάντων και Καλογενά. Τα Πλάτανα ήταν έδρα υποδιοικήσεως. Ο συνολικός πληθυσμός της περιοχής πλησίαζε τις 10.000. Ο λιμένας των Πλατάνων ήταν αρκετά μεγάλος και ασφαλής κι έπαιζε σπουδαίο εμπορικό ρόλο στην διάρκεια των αιώνων. Οι Πλαταναίοι συνεργάζονταν στενά με τους Τραπεζουντίους σε όλους τους τομείς της ζωής.  Κοντά στο χωριό Μερσίνη των Πλατάνων υπάρχει παλαιό βυζαντινό κάστρο. Όπως και άλλα ελληνικά κάστρα του Πόντου έτσι και τούτο διεκδικεί την ιδιαίτερη ονομασία : Τ’ Ωριάς το Κάστρεν ή Του Ήλ’ το Κάστρεν.  Διαβάστε τη σχετική μας εργασία : http://www.kotsari.com/laografia/asmata/360-kastro-orgias-il-kastren-dimodes-asma    Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο

Πρόκειται πάντως για το κάστρο για το οποίο υπάρχει ο θρύλος ότι αντιστάθηκε γενναία και στο τέλος “έπεσε” με προδοσία. Η ποντιακή μούσα ψάλλει τούτο τον θρύλο γενικά και αφηρημένα υμνώντας τον ηρωισμό των υπερασπιστών του. Το τραγούδι δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη περιοχή.  Στα Πλάτανα με ελληνικό πληθυσμό 3,000 περίπου υπήρχαν 2 ενορίες : Του Αρχιστρατήγου και του Αγίου Γρηγορίου. Λειτουργούσαν εκεί διάφορα ελληνικά σχολεία και παρθεναγωγεία. Το εμπόριο ήταν η κύρια απασχόληση των Ελλήνων. Στα χωριά οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία και ιδίως με την καλλιέργεια καπνών καθώς και με την ελαιοπαραγωγή. Επίσης απασχολούνταν με την αλιεία. Αλιεύονταν αφθονότατες ποσότητες καλκανιών και ιδίως χαψιών. Βεβαιώνουν οι πηγές ότι ήταν τόση η παραγωγή των χαμψιών (είδος μικρής σαρδέλας) ώστε οι κάτοικοι να χρησιμοποιούν τα χαψία για λιπάσματα στα χωράφια και ιδίως στα καπνοχώραφα τους. Λένε μάλιστα ότι τα καπνά τους με το λίπασμα αυτό έπαιρναν πολύ ωραίο χρώμα.  Παρακολουθείστε ένα δημώδες άσμα απ' τα Πλάτανα του Πόντου  Οι Έλληνες κάτοικοι των Πλατάνων του Πόντου έμειναν πιστοί στις εθνικοθρησκευτικές τους παραδόσεις. Ξενιτεύονταν αλλά δε μπορούσαν ποτέ να ξεχάσουν τον παραδεισένιο τόπο τους με το ήπιο κλίμα, τις ωραίες εξοχές (παρχάρια) την ήρεμη θάλασσα και τα ξακουστά λαικά πανηγύρια, όπως της Αγίας Κυριακής στις 7 Ιουλίου και του Προφήτη Αι-Λιά στις 20 Ιουλίου. Με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων απ’ τον Πόντο το 1917, πολλοί Έλληνες της περιοχής Πλατάνων εγκατέλειψαν τον τόπο τους και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας. Αλλά και από μακριά βοηθούσαν τις εκκλησίες και τα σχολεία των χωριών τους. Κάθε Τρίτη στα Πλάτανα γινόταν μεγάλη λαική αγορά. Κατέφθαναν εκεί διάφοροι έμποροι κυρίως από την Τραπεζούντα. Οι δεσμοί των Πλατάνων με την Τραπεζούντα είναι ιστορικοί. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η εστία αυτή του Ελληνισμού ιδρύθηκε από Τραπεζουντίους. Ανάμεσα στις διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις στην περιοχή Πλατάνων ιδιαίτερη σημασία είχε η εορτή των Φώτων. Το σύνολο του Ελληνικού πληθυσμού παρακολουθούσε και συμμετείχε με ιδιαίτερη συγκίνηση την ιερή τελετή της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού και αγιασμού των υδάτων. Μετά την τελετή όλος ο κόσμος επιδίδονταν και διασκεδάσεις και σε φαγοπότια. Σύμφωνα με το έθιμο, εκείνη την ημέρα το βασικό φαγητό όλων ήταν τα πεϊνιρλία. Η κωμόπολις των Πλατάνων έπαιρνε πανηγυρική όψη και οι διάφορες εκδηλώσεις είχαν έντονο ελληνικό χρώμα.  Πηγή ; Απομαγνητοφώνηση εκπομπής του κ.Στάθη Ευσταθιάδη (Φάρος Ποντίων) που βασίστηκε σε υλικό και μαρτυρίες των : Παναγιώτη Κουλαουζίδη & Παναγιώτη Μαβίδη απ’ τα Πλάτανα του Πόντου, κατοίκων Καταχά Κατερίνης

 

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,κέλκιτ,σεβάστεια,αργυρούπολη,ΚΕΛΚΙΤ
Ορεινό χωριό της περιοχής Αργυρούπολης οι κάτοικοι του οποίου ήσαν μεταλλωρύχοι στην πλειοψηφία τους, Το Κελκίτ ήταν έδρα ομώνυμης υποδιοίκησης του νομού Κιμισχανάς δηλαδή της Αργυρούπολης.

 

Κιθάραινα: ορεινό θέρετρο κοντά στην Τραπεζούντα, φημισμένο για τις ιαματικές πηγές του.

 

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,κοχλίς,κολχίδα,μαύρη,θάλασσαΚολχίς: έτσι αναφέρεται στις ελληνικές πηγές το δυτικό τμήμα της Ιβηρίας από την αρχαιότητα και εξής. Πρόκειται για το τμήμα της χώρας που βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο και που λόγω της γεωγραφικής του θέσης ήταν πάντα ανοικτό στην επικοινωνία με τον ελληνικό και ελληνόφωνο κόσμο από την Αρχαιότητα (ο μύθος την ορίζει ως προορισμό της Αργοναυτικής Εκστρατείας) και καθ' όλη τη Βυζαντινή και τη Μεταβυζαντινή περίοδο.

 

Κολωνεία - Sebinkarahisar : πόλη της Μικράς Ασίας, χτισμένη πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους δρόμους που οδηγούσαν στα ανατολικά. Σημαντικό στρατιωτικό κέντρο κατά τη Βυζαντινή περίοδο.

Λίμνια: βυζαντινή πόλη στα παράλια του Εύξεινου Πόντου (σε μεταγενέστερους χρόνους έπαψε να είναι παραλιακή, λόγω των προσχώσεων των παρακείμενων ποταμών). Υπήρξε σημαντικό εμπορικό λιμάνι.

Μαγκλαβίτα : στο χωριό Μαγκλαβίτα, έξω από την Τραπεζούντα, εντοπίζεται σπηλαιώδης ναός, από τις τοιχογραφίες του οποίου σήμερα σώζονται ελάχιστα πράγματα. Ο ναός έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, καθώς ταυτίζεται με τη Μονή του Στύλου που αναφέρουν οι πηγές κατά το 12ο και 14ο αιώνα, ενώ η ονομασία του παραπέμπει στη λέξη "μαγγλαβίται", τίτλο των παλατινών φρουρών του Βυζαντινού αυτοκράτορα κατά το 10ο και 11ο αιώνα. Εξάλλου, η σωζόμενη στο ναό επιγραφή τον συνδέει με αξιωματούχο της βυζαντινής αυλής του 10ου-11ου αιώνα και έχει εκφραστεί η σκέψη ότι ιδρύθηκε από αξιωματικό, ακόλουθο του Βασιλείου Β΄, που βρέθηκε στην Τραπεζούντα το χειμώνα του 1022/3, δηλαδή μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας στο βορειοανατολικό τμήμα του βυζαντινού συνόρου.

Μιθραίον ή Μινθρίον: Με την ονομασία αυτή αναφέρουν το βουνό που υψώνεται στη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης ο χρονικογράφος Μιχαήλ Πανάρετος και ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Ιωσήφ Λαζαρόπουλος.

Η ονομασία οφείλεται στη λατρεία του Mίθρα που αναπτύχθηκε στο χώρο. Εδώ άλλωστε, σύμφωνα με το βίο του αγίου Eυγενίου, ο άγιος έριξε κάτω το άγαλμα του θεού και προξένησε την οργή των ειδωλολατρών διωκτών του.
Xαρακτηριστικό της ιδιαίτερης σημασίας που έπαιζε το βουνό στη ζωή της πόλης είναι το γεγονός πως υπήρχαν σ' αυτό πολλά αγιάσματα, δηλαδή ιερές πηγές, που διαμορφώθηκαν σε χριστιανικά προσκυνήματα ή ιερά. Κάποιες από αυτές, όπως το Karlik Tepe, θεωρούνται ακόμη και σήμερα ιαματικές πηγές από τους μουσουλμάνους κατοίκους της Τραπεζούντας. Από τις σημαντικότερες πηγές που υπήρχαν στο βουνό είναι το θρυλικό Δρακοντοπήγαδο.

 πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,ριζαίον,ριζούνταΡίζαιον: πόλη στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Οι οχυρώσεις της αποδεικνύουν τη στρατιωτική σημασία της κατά τη Βυζαντινή περίοδο. (Περισσότερα στοιχεία για το Ρίζαιον (Ριζούντα) του Πόντου μπορείτε να διαβάσετε στον ακόλουθο σύνδεσμό μας :  http://www.kotsari.com/pontos/poleis-oikismoi-xoria-perioxes-toponimia-tou-pontou/404-rize-rizaion-pontou-istoria-laografia 

 

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,τρίπολις,τρίποληΤρίπολις 

Η Τρίπολις βρίσκεται κοντά στις εκβολές του Χαρσιώτου ποταμού, 77 χλμ. δυτικά της Τραπεζούντας και 54 χλμ. ανατολικά της Κερασούντας. Κοντά στην πόλη βρίσκονται τα βουνά Σις δάγ και Τσάλ δάγ, με ύψος 2.810 μ. και 1.966 μ. αντίστοιχα.

Το 1461 η Τρίπολις κατακτήθηκε από το Μωάμεθ τον Πορθητή στη διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των Κομνηνών. Μετά την κατάληψη του οικισμού από τους Οθωμανούς εγκαταστάθηκαν εκεί οι Τουρκομάνοι νομάδες. Έτσι άρχισε η ανάπτυξη του μουσουλμανικού στοιχείου στην περιοχή. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, από το 15ο έως το 18ο αιώνα η Τρίπολη αναπτύχθηκε οικονομικά ως λιμάνι αλλά δε συναντάμε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Τον 18ο αιώνα αρκετοί μετανάστες μεταλλουργοί από την περιοχή της Χαλδίας εγκαταστάθηκαν στην Τρίπολη και σε άλλες πόλεις. Σε αντίθεση με άλλες πόλεις και περιοχές του Πόντου, οι κάτοικοί της δεν εξισλαμίστηκαν, αλλά διατήρησαν τη θρησκευτική τους παράδοση. Η βασική αιτία ήταν η ύπαρξη των μεταλλείων όπου εργάζονταν οι κάτοικοι, οι οποίοι είχαν ειδικά προνόμια, όπως απαλλαγή από κάποιους φόρους.

Δείτε το αφιερωματικό μας βίντεο για την Τρίπολη

Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στην Τρίπολη οι κάτοικοι ήταν αποκλειστικά χριστιανοί ορθόδοξοι. Σύμφωνα με την πρώτη απογραφή πληθυσμού του 1486, στο φρούριο υπήρχαν μόνο 67 νοικοκυριά χριστιανών ορθοδόξων. Είναι γνωστό ότι αργότερα στον οικισμό εγκαταστάθηκαν οι νομάδες Çepni, αλλά δε διαθέτουμε πληροφορίες για τη χρονολογία της εγκατάστασης. Το 1515 ο αριθμός των νοικοκυριών των ορθοδόξων ανερχόταν σε 271, από τα οποία τα 60 προέρχονταν από μετεγκατάσταση κατά το 16ο αιώνα χωρίς να είναι γνωστός ο αρχικός τους τόπος εγκατάστασης. Την ίδια χρονιά έχουν καταγραφεί και 4 μουσουλμανικά νοικοκυριά. Αργότερα, στις απογραφές του 1554, βρέθηκαν 16 μουσουλμανικά νοικοκυριά, 265 ορθόδοξα νοικοκυριά, 6 άγαμοι μουσουλμάνοι και 132 άγαμοι ορθόδοξοι.

Στις ημέρες μας, η Τρίπολις αριθμούσε πληθυσμό περίπου 14,000 εκ των οποίων οι 4.500 ήταν Έλληνες και οι 2.000 Αρμένιοι. Είχε μεγάλη αγροτική ενδοχώρα με 128 χωριά και πληθυσμό περίπου 60.000 κατοίκων. Απ' τα 128 χωριά τα 23 ήταν ελληνικά και αποτελούσαν ισάριθμες κοινότητες ενώ ο πληθυσμός τους ανερχόταν στις 13.000. Παραθέτουμε τις ονομασίες των χωριών αυτών :
Ισραήλ Ματενί
Καράκαγια Ματενί ή Κουσκουλί
Ασλαντσούκ
Τέβεκλη
Έσπιε Ρούμ
Νιάλ
Καράρικ
Κιρλίκ Ματενί
Αγαλούκ Ματενί
Κουζούκ Καγιά ή Αγ κιοϊ Ρούμ
Λαχανά Ματενί
Παλακλού Ρούμ
Κόζπικη
Κεπέκλησα
Παλκάν
Ερμενί κιογί
Πελετζούκ
Κιούρτ πελή
Καρά κιουνεγί
Κουράν
Τσαράκ
Γενί κιογί &
Τσελαλού ή Εμεξάν

Όλα αυτά τα χωριά αποτελούσαν ανθούσες ελληνικές μικρές κοινότητες, διατηρούσαν σχολεία και εκκλησίες. Ανήκαν εκκλησιαστικώς στην Μητρόπολη Χαλδίας, ενώ η πόλις της Τριπόλεως ανήκε στην Μητρόπολη Τραπεζούντος.
Αυτό, ίσως να οφείλετο στο γεγονός ότι οι πληθυσμοί αυτών των χωρίων ήλκον την καταγωγή τους απ΄ την Αργυρούπολη και η μετοίκηση τους τα παλαιότερα χρόνια έγινε περιοδικά.

Πλήν των παραπάνω χωρίων, ήσαν και τα : Εσελή Ματέν και Σιατού με πληθυσμό περί των 2.000 κατοίκων, τα οποία διατηρούσαν σχολεία και εκκλησιές υπαγόμενα διοικητικώς στην επαρχίαν Ελεβής. Το Εσελή Ματέν ήταν περίφημο μεταλλείο εξ' αιτίας των άφθονων κοιτασμάτων σε χαλκό. Οι κάτοικοι του που είχαν εξειδίκευση στο επάγγελμα του μεταλλωρύχου, ήταν περιζήτητοι και μάλιστα ξενιτεύονταν στην Ρωσία όπου εύκολα έβρισκαν εργασία στα μεταλλεία του Καυκάσου. Αυτές οι μεταναστεύσεις ελλήνων ποντίων μεταλλωρύχων πύκνωσαν κατά πολύ τις τάξεις των εν Καυκάσω διαμενόντων ελλήνων και αύξησαν κατά πολύ την εκεί ελληνική κοινότητα.
Όλη η περιφέρεια των μεταλλείων ανήκε στο δημόσιο το οποίο προκειμένου να προσελκύσει νέους φιλόδοξους εργάτες, τους αναγνώριζε δικαίωμα οικοδομής οικιών και αργότερα τους παραχωρούσε και την κυριότητα επί των κτισμάτων αυτών αλλά και επί της καλλιεργήσιμης γης.
Πιο βαθιά στην ενδοχώρα έκειντο τα χωρία του Τορούλ, Σίμικλη, Δέσμενα, Σαρίκσιαπαν κλπ, των οποίων οι περισσότεροι κάτοικοι από καιρού εις καιρόν άφηναν τα άγονα και ορεινά χωριά τους και κατέβαιναν προς την παραλία και κυρίως στα χωρία : Έσπιεν, Κάραρικ, Νιάλ, Ελεβήν, ολίγοι εξ αυτών προτιμούσαν την Τρίπολη, και επανέρχονταν έπειτα στις θερινές τους κατοικίες όπου κατά κόρον απολάμβαναν το άριστο κλίμα και τα ασύγκριτα είδη που παρήγαγε η ευλογημένη γενέθλιος και ιδιαιτέρα τους πατρίδα. Προτού προβάλλει ο χειμώνας, ξεχειλισμένοι από χαρά και υγεία κατέβαιναν προς την παραλία σε σχηματισμούς καραβανιών για να ξεχειμωνιάσουν. Για την προϊστορία της Τριπόλεως λίγα είναι γνωστά.
Μετά την κατάρρευση του Βυζαντίου, ο Πόντος περιήλθε στα χέρια των τούρκων και η Τρίπολις μαζί με όλη την ενδοχώρα της, κατέστη τιμάριο διαφόρων φεουδαρχών (ντερεπεήδων). Ο τελευταίος απ' αυτούς, ο Κεχτούτ Ζαδές Μεχμέτ Αγάς, κοινώς αποκαλούμενος Κεχαγιόγλους, το 1810 ήρθε σε ρήξη με τον διοικούντα την Τρίπολιν Μπέην. Στην συνέχεια επέδρασε απ' το Γιαγλί – Τερέ με 300 οπλισμένους φίλους και συγγενείς του κατά της πόλεως, φόνευσε τον Μπέην και κατέλαβε την Τρίπολιν καταλαμβάνοντας την Αρχή.
Αφού πέτυχε τον εξευμενισμό και την διασκέδαση της οργής του πασά της Τραπεζούντας, του αναγνωρίσθηκε η αυθαίρετη κατάληψη της Αρχής (εξουσίας), ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στην άσκηση των καθηκόντων του. Παγίωσε την τάξη στην Τρίπολη με δρακόντια μέτρα και αιματηρές κυρώσεις. Επέβαλε βαρύτατους φόρους, ενώ με την καθιέρωση συστήματος συνεισφορών σε εργασία δημιούργησε πολλά δημόσια έργα χρησιμοποιώντας ως τεχνικούς Έλληνες της περιοχής.
Μεταξύ των Αγαλούκ και Τάπιας ανήγειρε σύμπλεγμα λαμπρών οικοδομών ενώ για δική του χρήση κατασκεύασε ένα ωραιότατο μέγαρο όπου και εγκαταστάθηκε μαζί με το χαρέμι του που αποτελείτο από 40 γυναίκες. Έχτισε τζαμιά, δρόμους, βρύσες κτλ. Αυτός έχτισε το "Ξωπέγαδον" την βρύση με το περίφημο κρύο νερό την οποία ονόμασε Σελήμ αγά τσεσμεσή, προς τιμή του υιού του, Σελήμ.
Αργότερα, επί των ημερών του Σουλτάν Μαχμούτ του μεταρρυθμιστού, πραγματοποιήθηκε η εξόντωση των φοβερών Γενιτσάρων και όλων των ατίθασων Ντερέπεηδων, κλήθηκε και ο Κεχαγιόγλους για υπηρεσιακούς δήθεν λόγους στο Σεμπίν Καρά Χισάρ (Νικόπολιν) όπου με δηλητηριασμένον καφέ πέτυχαν την εξόντωση του.
Από τότε η Τρίπολις υπαχθείσα στον νομό Τραπεζούντας, ανακυρήχθηκε σε υποδιοίκηση (Καϊμακαμλίκι).
Με την νέα τροπή των πραγμάτων, οι κληρονόμοι του Κεχαγιόγλου έφυγαν απ'την Τρίπολιν και εγκαταστάθηκαν στην Τραπεζούντα, προηγουμένως πούλησαν όλα τα οικοδομικά τους συγκροτήματα και επαύλεις στις πλούσιες οικογένειες των Ελλήνων : Μαυρίδη, Καπίδη, Κυριακίδη, Παναγιωτίκα, Χατζηθεοδώρου, ενώ την πιο λαμπρή απ' όλες και την μεγαλοπρεπέστατη αγόρασε ο ΧατζηΓεώργης Μαυρίδης.

Αυτή η μεταξύ των ενοριών Αγαλούκιν – Ρούδι – Τσιμίδα – Σαλόνιν – Τάπιαν και Παραπόρτιν τοποθεσία, η οποία αποτελούσε την δεσπόζουσα πανοραμική προεξοχή της πόλεως εντός της θαλάσσης, συμπληρωθείσα με εκατοντάδες μικρές και μεγάλες οικοδομές, αποτέλεσε την ομάδα των αμιγώς ελληνικών ενοριών "Το ιτσερί – ρούμ μεχαλεσί" όπως ονομαζόταν χαρακτηριστικά υπό των τούρκων έως την περίοδο προ της καταστροφής και γενοκτονίας.

Τον 19ο αιώνα στην Τρίπολη, η οποία διοικητικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Τραπεζούντος, υπήρχαν δύο εκκλησίες. Η μεγάλη ορθόδοξη εκκλησία της πόλης ήταν αφιερωμένη στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ και βρισκόταν στη συνοικία Τζαμιδά. Η μικρή βυζαντινή εκκλησία, χτισμένη σε βράχο, ήταν αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και στα τέλη του 19ου αιώνα μετατράπηκε σε τζαμί.
Κάθε δύο ή τρία χρόνια ο μητροπολίτης περιόδευε στην περιφέρειά του. Ο αντιπρόσωπος του μητροπολίτη ήταν υπεύθυνος για την έκδοση των αδειών γάμου και άλλων εγγράφων. Στην εκκλησία το ευαγγέλιο διαβαζόταν στην ποντιακή.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη χρονολογία εγκατάστασης των Αρμενίων στην Τρίπολη, αλλά πρέπει να έγινε το 19ο αιώνα. Το 1901 ο αριθμός των οικογενειών των ορθοδόξων ανερχόταν σε 250, όμως το 1903, σύμφωνα με τις πληροφορίες του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου, αυξήθηκαν σε 350. Ο Χρύσανθος αναφέρει ότι ο συνολικός πληθυσμός των ορθοδόξων ήταν 3.000 άτομα, αριθμός που φαίνεται μάλλον υπερβολικός. Από το 1910 έως το 1912 αρκετοί ορθόδοξοι εγκατέλειψαν την Τρίπολη για οικονομικούς λόγους με προορισμό τη Ρωσία. Στα τελευταία χρόνια της ορθόδοξης παρουσίας, στην πόλη κατοικούσαν περίπου 2.500 ορθόδοξοι.
Οι χριστιανοί κάτοικοι της Τρίπολης μιλούσαν την ποντιακή. Τα ποντιακά της Τρίπολης έμοιαζαν με αυτά της Αργυρούπολης, αλλά διέφεραν από εκείνα της Κερασούντας.

Πάνω στο φρούριο του γραφικού κάστρου από τα παλιότερα χρόνια είχε ανεγερθεί μία εκκλησία προς τιμήν της Παναγίας. Την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής γινόταν πολύ μεγάλη πανήγυρις. Το 1870 ο ανώτερος τούρκος στρατιωτικός διοικητής της περιοχής αντελήφθη ότι το συγκεκριμένο σημείο ήταν μεγάλης στρατιωτικής σημασίας και αποφάνθηκε ότι ήταν ανάγκη να καταληφθεί.
Οι τούρκοι απέφυγαν να προβούν σε βίαιη κατάληψη του φρούριου, για τον φόβο τυχών διπλωματικών επεμβάσεων, αλλά σκηνοθέτησαν μια παρωδία δίκης με την οποία πέτυχαν θετική για την πλευρά τους, απόφαση του Κατή (δικαστή).
Έβαλαν δύο υπέργηρους τούρκους ψευδομάρτυρες να καταθέσουν ότι από πολύ παλιά η εκκλησία αυτή τους ανήκε. Έτσι η ελληνική κοινότητα ως ασθενέστερη και υπάρχουσα υπό ζυγόν...δεν τόλμησε να αντισταθεί, αλλά παρέδωσε τα κλειδιά στον εντεταλμένο ιμάμη.
Από τότε, η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής εορτάζετο με μεγάλη λαμπρότητα στο προάστειο της Παναγίας "στο Κλεισέπουρουν", όπου πάνω σε γραφικό ακρωτήρι έκειτο η ομώνυμη εκκλησία. Το έδαφος του προαστείου έφτανε ως τα όρια της Πεκιλλάς ψηλότερα ως την Καλλίπολη και κατέληγε στην παραλία της Καρνατσάς. Όλη αυτή η έκταση ήταν πνιγμένη στην βλάστηση, ανήκε προνομοιακώς από της Αλώσεως, στην ελληνική κοινότητα και κατοικούνταν κυρίως από έλληνες αγρότες μόνο.

Το 1866 στην πόλη λειτουργούσε ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο, αλλά το 1870 συναντάμε το πρώτο ελληνικό αρρεναγωγείο, στο οποίο φοιτούσαν πολλοί μαθητές από τα γύρω χωριά. Το δημοτικό σχολείο της πόλης χτίστηκε μάλλον στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Κυριάκο Ξενόπουλο. Το κτήριο βρισκόταν κοντά στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Το 1896 στο δημοτικό σχολείο της πόλης φοιτούσαν 120 μαθητές και δίδασκαν 3 δάσκαλοι. Το σχολείο περιλάμβανε επτατάξιο αρρεναγωγείο και τριτάξιο παρθεναγωγείο. Από την τετάρτη τάξη οι μαθήτριες παρακολουθούσαν κοινά μαθήματα με τα αγόρια. Στο κτήριο του δημοτικού σχολείο στεγαζόταν και το νηπιαγωγείο.
Το 1905 με εισφορές της κοινότητας Τρίπολης ιδρύθηκαν τα Μαυρίδεια Εκπαιδευτήρια. Τότε πρόεδρος της κοινότητας ήταν ο Μαυρίδης, ο οποίος προσπάθησε να ονομαστεί το σχολείο στο όνομά του, κάτι που δεν αποδέχθηκαν οι ορθόδοξοι της πόλης με συνέπεια να δημιουργηθεί αναταραχή. Τα Μαυρίδεια Εκπαιδευτήρια περιλάμβαναν επτατάξια αστική σχολή αρρένων και πεντατάξιο παρθεναγωγείο, 6 δασκάλους και 350 μαθητές. Τα σχολεία συντηρούνταν από την κοινότητα, η οποία διόριζε τον έφορο του σχολείου και τους δασκάλους.

Από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά έθιμα των χριστιανών ορθόδοξων κατοίκων της Τρίπολης ήταν το χατζηλίκι. Οι προσκυνητές ξεκινούσαν το ταξίδι τους πριν από την Καθαρά Δευτέρα για να βρίσκονται στους Αγίους Τόπους τη Μεγάλη Εβδομάδα. Το ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους γινόταν μέσω της θαλάσσιας οδού. Διέσχιζαν τον Εύξεινο Πόντο, το Αιγαίο Πέλαγος και τη Μεσόγειο. Περνούσαν από την Κωνσταντινούπολη, τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο, αγκυροβολούσαν στη Σκάλα Βηρυτού, κοντά στη Γιάφα, και από εκεί προχωρούσαν με τα πόδια προς τα Ιεροσόλυμα. Μόνο οι ευκατάστατοι Τριπολίτες πραγματοποιούσαν αυτό το ταξίδι, καθώς ήταν πολυέξοδο. Επίσης υπήρχαν γυναίκες προσκυνήτριες, τις οποίες αποκαλούσαν χατζάδες ή χατζίνες. Επέστρεφαν στην πατρίδα τους στο διάστημα από την Κυριακή του Θωμά μέχρι τα μέσα της εβδομάδας μετά από αυτήν. Όταν επέστρεφαν οι προσκυνητές, έπρεπε να δώσουν διάφορες δωρεές σε φίλους και συγγενείς και να ενισχύσουν τους φτωχούς. Είχαν επίσης την υποχρέωση να φιλοξενούν τους ξένους που έρχονταν στην Τρίπολη.

Οι πατέρες μας, μας διηγούντο πως όταν ξέσπασε στην Ελλάδα η επανάσταση του 1821, οι τούρκοι εκμανέντες, συνέλαβαν όλους τους ενήλικες Έλληνες ομογενείς και τους έκλεισαν μέσα σε ένα χάνι, ενώ απειλούσαν την ζωή τους με θάνατο.
Τότε, χάρις στην παρέμβαση του τότε Μπέη της Τριπόλεως, Σιατήρογλου, άπαντες ελευθερώθηκαν και ξέφυγαν από βέβαιο θάνατο.
Τούτα τα στοιχεία περί της Τριπόλεως συγκέντρωσε ο κ. Γεώργιος Η. Σακκάς απ τον διακεκριμένο Τριπολίτην κ . ΧατζηΓεώργιον Δημητριάδην.

Μετά την έναρξη του Α' Παγκόσμιου πολέμου και την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε αυτόν η κατάσταση στην πόλη άλλαξε άρδην. Το Δεκέμβριο του 1914 ο ρωσικός στόλος βομβάρδισε την Τρίπολη. Στη διάρκεια των βομβαρδισμών σκοτώθηκαν άμαχοι, μεταξύ των οποίων και Έλληνες. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά, στα μέσα Ιουνίου 1915, ξεκίνησε ο εκτοπισμός των Αρμένιων κατοίκων της πόλης.
Το ξημέρωμα της Κυριακής 16 Νοεμβρίου 1916 ξεκίνησε ο εκτοπισμός περίπου 3.000 ορθοδόξων από την πόλη της Τρίπολης. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί οδηγήθηκαν στο χωριό Μπρικ, ένα εγκαταλειμμένο Αρμενοχώρι όπου κάποτε ζούσαν 500 οικογένειες. Τέσσερις μήνες μετά την εγκατάστασή τους εκεί, σημειώθηκε επιδημία. Αργότερα προχώρησαν προς τη Ρωσία, όπου παρέμειναν περίπου 9 μήνες. Τελικά τον Απρίλιο του 1919 αρκετοί από τους Τριπολίτες εγκατέλειψαν τη Ρωσία και κατευθύνθηκαν προς την Ελλάδα.

Οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη δομή της πόλης αφορούν τα μέσα του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, πριν από την εγκατάλειψη της πόλης από τον ορθόδοξο πληθυσμό. Στα μέσα του 19ου αιώνα οι συνοικίες της πόλης ήταν οι εξής: Cintaşi, Hammam, Yeniköy, Çarşı, Kumyalı, Puçuklu, Kurtköyü, Gelibolu, Çatalçeşme, Çarşıbaşı ή Çarşı, İçeri και Mataracı. Η συνοικία Çarşıbaşı ήταν κέντρο εμπορικής δραστηριότητας και βρισκόταν στο λιμάνι της πόλης. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα οι αμιγώς χριστιανικές συνοικίες ήταν το Παραπόρτιν, το Σαλόνιν, η Τσιμιδά, το Ρούδιν και το Αγαλούκιν. Οι μεικτές συνοικίες, όπου κατοικούσαν ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι, ήταν οι συνοικίες Εγκίκιοϊ, Μαχμούτιν, Καραμάν Γιαλουσού και Σαργανά, στις οποίες οι ορθόδοξοι κατοικούσαν κοντά στην παραλία και οι Τούρκοι στο βάθος. Στο Αγαλούκιν η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν ορθόδοξοι, ενώ υπήρχαν και ελάχιστοι Αρμένιοι. Στη συνοικία Σαργανά κατοικούσαν 40 οικογένειες ορθοδόξων και ελάχιστοι μουσουλμάνοι. Στη συνοικία του Καραμάν Γιαλουσού ή Καραμάν Γιαλού η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι και υπήρχαν μόνο 36 οικογένειες ορθοδόξων. Η συνοικία του Ρούδιν βρισκόταν δεξιά από το λιμάνι της πόλης και εκεί κατοικούσαν μόνο 42 οικογένειες ορθοδόξων. Στο Παραπόρτι κατοικούσαν 47 και στο Μαχμούτιν 42 οικογένειες ορθοδόξων. Στη μεικτή συνοικία του Εγκίκιοϊ ζούσαν 45 οικογένειες ορθόδοξων χριστιανών. Στο Σαλόνι έμεναν 23 οικογένειες ορθοδόξων. Σημαντικότερη ορθόδοξη συνοικία της πόλης ήταν η Τσιμιδά, με 70 οικογένειες. Σε αυτή τη συνοικία βρισκόταν η εκκλησία του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ και η Αστική Σχολή.
Στα τέλη του 19ου αιώνα στην πόλη υπήρχαν 8 τζαμιά, 2 ορθόδοξες εκκλησίες, μία αρμενική εκκλησία, 350 καταστήματα, 2 χάνια, ένα χαμάμ, 15 φούρνοι και 8 μύλοι. Στην Τρίπολη υπήρχαν δύο πλατείες: το Τσιν-Τασί (Πέτρα της Νεράιδας) και η πλατεία προς το λιμάνι, που ονομαζόταν Λιμένι. Υπήρχαν επίσης ωραία πέτρινα σπίτια με κεραμίδια.

Είναι αδύνατο να σκιαγραφηθεί το πώς έζησαν και έδρασαν οι πατέρες μας την τελευταία αυτή περίοδο της δουλείας, πως κατόρθωσαν με ασυναγώνιστη εργατικότητα και αδάμαστη θέληση παραμερίζοντας όλα τα εμπόδια να φτάσουν σε ύψη και αίγλη και στο τέλος να τύχουν τύχη μαρτυρική, να αποδεκατιστούν από μια αναπάντεχη δεινή συμφορά στους δρόμους της εξορίας, ως εξιλαστήρια θύματα της καταχθόνιας επιβουλής των νεοτούρκων.

 

Χερσών: πόλη στη χερσόνησο της Κριμαίας στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Ιδρύθηκε ως ελληνική αποικία. Στους Βυζαντινούς χρόνους γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής και οικονομικής ευρωστίας παρά τις απειλές ποικίλων εχθρών που κατά καιρούς αντιμετώπισε. Μετά το 1204 αναγνώρισε την κυριαρχία της Τραπεζούντας. Καταστράφηκε από τους Μογγόλους στο τέλος του 14ου αιώνα

ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ
Ξακουστές είναι όλες οι ελληνικές πόλεις του Πόντου - κάθε μία απ' αυτές συνδέεται με τι εθνικές ιστορικές παραδόσεις και με την ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη. Και όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, δοκίμασαν, σε διάφορες εποχές, τη βαρβαρότητα του Τούρκου δυνάστη.

Ενδεικτικά αναφέρονται επίσης: Η φιλόδοξη Θοανία ( Τόνγια ), η πόλη του Όφη, που από το χωριό της Υψηλή κατάγονταν οι Υψηλάντες, τα Πλάτανα με το βυζαντινό κάστρο ( του Ήλ' το κάστρο ) και τον πυρρίχιο χορό τους, τα Άδρασα πού ήταν έδρα της Χαλδίας, η Τρίπολη , γνωστή από τον Όμηρο για τα πλούσια μεταλλεία της, η Ριζούντα που ταυτίζεται με το νότιο τμήμα της αρχαίας Κολχίδας, η Πουλαντζάκη , όπου μόνασε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, η Πάφρα με τα εκλεκτά καπνά της, η Νικόπολη που οφείλει το όνομα της στη νίκη του Πομπηίου κατά του Μιθριδάτη ΣΤ΄, η Τοκάτη (ή Ευδοκίας ) που ιδρύθηκε επί αυτοκράτορα Ηρακλείου (η κόρη του λεγόταν Ευδοκία),

πόλεις,χωριά,πόντος,εύξεινος,φάτσα,φαδίσανηΦάτσα

Δείτε ένα βίντεο σχετικό με την Φάτσα-Φαδίσανη του Πόντου

 Η Σίδη, ή Φάβδα, Φαδισάνη ή Φάδισα των αρχαίων και των Βυζαντινών χρόνων, η σύγχρονη Φάτσα, η μικρή ποντιακή παραλιακή πολιτεία μεταξύ των Κοτυώρων (Ορτούς) και της Οινόης, με τις 8.000 περίπου κατοίκους της, με τα ερείπια του Βυζαντινού Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου σε απόσταση δύο χιλιομέτρων περίπου προς τα νοτιο-δυτικά, με το μικρούλη νησί τον “Ατά” στη μέση του γραφικού μικρού λιμανιού της, ξαναοικίστηκε από Ελληνικό πληθυσμό μετά την κατάκτηση του Πόντου από τους Τούρκους μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα.
Το Ελληνικό στοιχείο του τόπου συγκροτήθηκε κυρίως απ’ τα χωριά του : Σένε, Έπασσα (Επάστη), Ασαρτζούκ κ.ά.
Οι Έλληνες και Τούρκοι κάτοικοι 7.000 περίπου ισοφάριζαν αριθμητικά μεταξύ τους. Οι υπόλοιποι ήσαν Αρμένιοι.
Η Φάτσα διατηρούσε μια εκκλησία (ναό) του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Επίσης δύο σχολεία : Ένα πεντατάξιο Παρθεναγωγείο και ένα εξατάξιο δημοτικό αρρεναγωγείο. Και στα δύο λειτουργούσαν νηπιαγωγεία.
Η πνευματική άνθηση και η κοινωνική πρόοδος με το πλούσιο σε παραγωγή εσωτερικό, με την ολοένα ζωηρότερη οικονομική επίδοση που την όριζαν οι Έλληνες του τόπου κυριότερα, με τις φιλότιμες προσπάθειες της Ελληνικής κοινότητος γύρω απ’ τα εκπαιδευτικά, βάδιζαν με γοργά βήματα προς ευρείς ορίζοντες.
Δυστυχώς στις απαρχές αυτής της άνθησης και της προόδου συνέβη η κατάρα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Μπορεί η Φάτσα να μη δοκίμασε την εξόντωση που έπαθαν άλλες ποντιακές πόλεις, όμως έδωσε κι αυτή άφθονο φόρο στην εθνική καταστροφή και υπέστη σκληρές δοκιμασίες.

Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχαν αρκετοί του ευαγγελικού δόγματος, οι οποίοι υπάγονταν στην εκκλησιαστική αρχή της Μερζιφούντας. Οι Ορθόδοξοι ανήκαν στη Μητρόπολη Νεοκαισάρειας και Ινέου, με έδρα τα Κοτύωρα. Τα μέλη της ελληνικής κοινότητας κατάγονταν από την Αργυρούπολη, την Οινόη, τα Κοτύωρα, την Τοκάτη κ.λπ. και ήταν όλοι ελληνόφωνοι. Βρίσκονταν συγκεντρωμένοι σε δύο συνοικίες στα νοτιοδυτικά της πόλης. Η Φάτσα αποτελούσε αγροτικό κέντρο των χωριών της ευρύτερης περιοχής, αλλά και κέντρο εξαγωγικού εμπορίου. Ενδεικτική της φιλοπρόοδης δράσης των κατοίκων ήταν η ίδρυση το 1908 του αναγνωστηρίου "Η Ομόνοια". Χωρία της Φάτσας ήταν τα : Αλάκερις - Γιαϊλατζίκ - Καγιάκιοϊ - Κιζιλότ - Κιόλκιοϊ - Μερί - Ντερέκιοϊ - Οσμάνκιοϊ

 Σταυρίν

Δείτε ένα βίντεο σχετικό με τους Έλληνες Σταυριώτες του Πόντου

 Μούζενα

Δείτε ένα σχετικό βίντεο για την Μούζενα του Πόντου 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ