Κελκίτ - Ένα λησμονημένο εξάρτημα του Πόντου, του Γ. Π. Φιρτινίδη. Επιμέλεια κειμένου Ιωακείμ Σαλτσή
Κελκίτ - Ένα λησμονημένο ἐξάρτημα τοῦ Πόντου, του Γ. Π. Φιρτινίδη. Ἐπιμέλεια κειμένου Ιωακείμ Σαλτῆ
Ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια τὸ ἔζησα εἰς τὸ Κελκίτ. Καὶ θέλω νὰ μεταδώσω εἰς τοὺς συμπατριώτας μου Ποντίους τὰς ἀναμνήσεις καὶ τὰς ἐντυπώσεις μου, ποὺ μοῦ ἀπέμειναν ἀπὸ ἐκεῖ.
Ἡ ὅλη χώρα τοῦ Κελκίτ κεῖται νοτίως τῆς περιφερείας Ἀργυρουπόλεως καὶ τοῦ ποταμοῦ Λύκου, ὅπου μάλιστα χύνεται ἕνα ποτάμι της, τὸ Κερτζενίς. Ἡ Περιφέρεια τοῦ Κελκίτ ἀνῆκε, κυρίως, εἰς τὴν Κελησηνήν, τὴν Κελησηνὴν τῶν Βυζαντινῶν. Ἦτο ὅμως πολιτικῶς ἀναπόσπαστον τμῆμα τοῦ Πόντου, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἤδη τοῦ Ποντιακοῦ Κράτους τῶν Μιθριδατῶν, ἀπὸ τὸν 3ον αἰῶνα π.Χ. Ὁ τόπος ὠνομάζετο, εἰς τοὺς παλαιοὺς χρόνους, Ἀχαΐα. Καὶ μὲ τὸ ὄνομα Ἀχαΐα ἀποτελοῦσε, ἀρχικά, Ἐπισκοπὴν τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας. Τὸν καιρὸν μοῦ ἦτο Ὑποδιοίκησις (Καϊμακαμλίκι) ἀνήκουσα εἰς τὴν Διοίκησιν (Σαντζὰκ) Ἀργυρουπόλεως. Οἱ κάτοικοι ἦσαν, εἰς τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν τους Τοῦρκοι καὶ κατὰ δεύτερον λόγον Κοῦρδοι. Ἐδῶ, ἡ κακοδιοίκησις, ὁ ἄγριος φανατισμὸς καὶ αἱ ποικίλαι διώξεις, ἡ ληστεία, ἡ λεηλασία, τὸ φονικὸν τῶν βαρβάρων Μωαμεθανικῶν στοιχείων Τούρκων καὶ Κούρδων — ἐξ ἴσου ἀπαισίων καὶ τούτων μὲ τοὺς Κατακτητὰς — εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων τοῦ τόπου, ἐξανάγκασαν τοὺς τελευταίους, ἄλλους μὲν νὰ ἐξομόσουν ἄλλους δὲ νὰ μεταναστεύσουν. Ἐνενῆντα καὶ πλέον χωρία ἀριθμοῦσε ἡ χώρα. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν, τὸν 19ον αἰῶνα, μόνον 7 ἦσαν τὰ ἑλληνικά, μὲ πληθυσμὸν κατὰ τὸ πλεῖστον μικτὸν ἀπὸ Ἕλληνας καὶ Τούρκους. Δίνω τὰ ὀνόματα τῶν χωρίων αὐτῶν: 1) Χοσπερίκ, 2) Καλίνπερτεκ, 3) Πίσκι, 4) Τσαμούρα̤, 5) Χαρτοῦτζιν, 6) Ράνσεῖρ καὶ 7) Κελεχπούρ. Τοῦτο τὸ τελευταῖον συντηροῦσε ἑλληνικὸν σχολεῖον. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν ἦσαν τουρκόφωνοι. Εὔφορος εἶναι ἡ περιφέρεια Κιλκίτ. Ἀλλά, τότε τουλάχιστον, ἡ κυριωτέρα παραγωγή της ἦτο τὸ σιτάρι. Καὶ αὐτὴ περιωρίζετο μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐντοπίου μᾶλλον πληθυσμοῦ. Ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας δι’ ἐξαγωγὴν δὲν εὐνοοῦσε ηὐξημένην παραγωγήν. Τζαμουριά ή Τζαμούρια & Χάτρεχ, τα Ελληνικά χωριά του Ερζιγγιάν
ἜΔΡΑ τῆς Ὑποδιοικήσεως ἦτο ἡ πολίχνη Τσιφλίκ, ποὺ οἱ γειτονικοὶ λαοὶ τὴν ἔλεγαν Κελκίτ. Ἐκεῖ κατοικούσαν καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀρμένιοι. Τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τὴν εἶχαν, βέβαια, οἱ Τούρκοι. Εἰς ἀπόστασιν 2 χιλιομέτρων ἀπὸ τὸ Τσιφλὶκ ὑπῆρχε ὕψωμα ποὺ ὠνομάζετο Κλησέ–μπουρνοῦ. Γύρω ὑπῆρχαν πεσμένοι δέκα ἡγώδεις λίθινοι στύλοι, φέροντες διάφορα σκαλίσματα καὶ σχήματα. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίους χρόνους ἀνάγονται. Πάντως θὰ ὑπῆρχαν ἐπὶ Κομνηνῶν Τραπεζοῦντος. Τὸν πέριξ πλατὺν χῶρον τὸν ἐχρησιμοποιούσαμε ὡς νεκροταφεῖον οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ἀρμένιοι. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι πολλὲς φορὲς ἐφθάναμεν εἰς ῥῆξιν με τοὺς δευτέρους, διὰ τὴν κυριότητα. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὅμως τὸ δίκαιον εὑρίσκετο μὲ τὸ μέρος μας. Ἀρκεῖ νὰ σημειώσω ὅτι ἀπέναντι εἰς τὸ ὕψωμα ὑπάρχει βράχος ὕψους 100 μέτρων καὶ εἰς τὴν κορυφήν του σκαλιστὸ μοναστῆρι εἰς μνήμην τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου ἀνεβοκατέβαιναν, σὲ χρόνια παλαιότερα, με σκαλιὰ λαξυμένα εἰς τὸν βράχον. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν μοῦ ἔδωσε ὁ μακαρίτης ὀ πατέρας μου, εἰς ἐρώτησίν μου σχετικήν. Διότι, εἰς τὸν καιρὸν τὸν δικόν μου, κανεὶς δὲν ἀνεβοκατέβαινε — διὰ τὸν φόβον τῶν Μωαμεθανῶν ἀσφαλῶς — καὶ μόνον ἐφαίνοντο καθαρὰ τ’ ἀποκεινάρια ἀπὸ τὰ σκαλιά. Ἀπὸ τὸν βράχον τρέχει νερὸ σὰν μικρὸς καταρράκτης καὶ καταχωνιάζεται κάπου εἰς τὴν βάσιν του. Εἰς τὴν μέσην τοῦ ὑπῆρχε θύρα ξύλινη, κλειστὴ μὲ κλειδαριά, ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ κατεσκεύαζαν οἱ σιδηρουργοί μας καὶ τὰς ὠνομάζαμε «γουβία». Ἦτο, φαίνεται, ἡ θύρα ἐσωτερικῆς ἐπικοινωνίας. Κανενὸς ὅμως δὲν ἐδραστηριοποιεῖτο ἡ περιέργεια νὰ κατεβῇ με σχοινὶ ἀπὸ τὴν κορυφήν, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ βράχου… «γιατὶ τἄσκιαζ’ ἡ φοβέρα!..» Οἱ Ἕλληνες τοῦ «Τσιφλίκ» τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐκεῖ, εἰς τὸν βράχον ἐπηγαίναμε, κατ’ ἔθιμον, καὶ διασκεδάζαμε. Καὶ ὅταν τὴν καθωρισμένην ὥραν, ἐφεύγαμε, προσήρχοντο οἱ Τουρκάδες καὶ ἐπλύνοντο μὲ τὸ νερό, διὰ νὰ θεραπευθοῦν ἀπὸ διαφόρους παθήσεις. Τὸ θεωροῦσαν ἁγίασμα. Τὶς τραβοῦσαν βεβαίως ἐκεῖ, ἀπὸ ἔνστικτον, τὰ ἔθιμα τῆς Ἑλληνίδος, ποὺ δίσεκτοι καιροὶ τὴν ἐξήναγκασαν πρὸ αἰώνων νὰ ἐξισλαμισθῇ, νὰ τουρκέψῃ. Εἰς τὸ Κλησέ–μπουρνοῦ, ποὺ ἀνέφερα, ὑπῆρχε, πρὶν καταληφθῇ ἡ χώρα ἀπὸ τοὺς Τουρκομάνους καὶ ἀκολούθως ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐκκλησία ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὸ Μοναστῆρι Ἁγίου Γεωργίου. Κατηργήθη ὅμως τὸ Μοναστῆρι καὶ μετεβλήθη εἰς συντρίμια ἡ ἐκκλησία του. Ὁ Κατακτητὴς ἔβαλε παντοῦ τὴν σφραγῖδα τοῦ χαλασμοῦ καὶ τῆς βουβαμάρας. Τὸ «Τσιφλίκ», ἡ ἕδρα τῆς Ὑποδιοικήσεως ποὺ ἀνέφερα ἤδη, ἦτο ἀρχικὰ ἀγρόκτημα τοῦ Μοναστηριοῦ, προσοδοφόρον. Μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ Μοναστηρίου «Ἅγιος Γεώργιος», μετεβλήθη — ὅπως λέγει ἡ ἐπιτόπιος παράδοσις — εἰς οἰκισμοὺς καὶ μὲ τὸν καιρὸν εἰς κωμόπολιν καὶ πρωτεύουσαν ποὺ ἔλαβε τὸ ὄνομα «Τσιφλὶκ» κατὰ μετάφρασιν ἀπὸ τὸ ἀγρόκτημα. Καιρὸς νὰ προσθέσω διὰ τὸ Τσιφλὶκ κάτι ἄλλο, ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια μοῦ προξενοῦσε μεγάλην ἐντύπωσιν: Εἰς ἀπόστασιν μιᾶς περίπου ὥρας ἀπὸ αὐτὸ ὑπάρχει βουναλάκι, ποὺ ὀνομάζεται «Γιλανλὶ» — φειδότοπος ἄς ποῦμε. Εἰς τὶς πλαγιές του καὶ μέσα εἰς ὀλίγα καλύβια, ἄνδρες καὶ χωριστὰ γυναῖκες, διατηροῦν καὶ διατρέφουν μὲ νερὸ καὶ γάλα, μόνον, φείδια. Εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ βουνοῦ ἀπλώνεται ἀπέραντη πεδιάδα. Ἐκεῖ κάθε χρόνο ἐγίνετο συνάθροισις, πανήγυρις Τούρκων, ἀπὸ 1ης ἕως 31 Μαΐου, ἡ ὁποία ὠνομάζετο «Γιλανλί», φειδοπανήγυρις δηλαδή. Συνέρρεαν Τούρκοι καὶ ἄλλων περιφερειῶν. Ἐγίνετο καμμιὰ τελετή; Ὄχι. Κάτι ἄλλο: Ὑπῆρχε εἰς τὴν πεδιάδα μιὰ καλύβη μεγάλη, δίχως σκεπήν, μία μάνδρα. Μέσα ἄνδρες καὶ γυναῖκες — Τούρκοι. Ἡ μάνδρα ἐχωρίζετο εἰς δύο τμήματα, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Ὁ εἰσερχόμενος ἔβλεπε εἰς τὸ δάπεδον δύο τρύπες, κ’ ἐμπρὸς εἰς τὴν καθεμιὰ ἕνα δοχεῖον γάλα. Ὁ κόσμος ἔμπαινε κατὰ μικρὰς ὁμάδας. Ἤθελαν νὰ ἐξετασθοῦν ἂν πάσχουν ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν «Σιρατζά» ἢ νὰ θεραπευθοῦν ἀπὸ τὴν πάθησιν αὐτήν. Τὸ «Σιρατζά», λέξις τουρκική, σημαίνει εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὀφθαλμία, ματόπονο διαφόρων εἰδῶν καὶ κακοχυμίες γύρω ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς. Ὁ φειδοτρόφος καλοῦσε τὰ φείδια. Ἐβγαῖναν αὐτά. Τὸ καθένα εἶχε μάκρος 60–80 πόντους καὶ πάχος 4–5, περιφερειακῶς. Τὸ ἔπαιρνε ὁ ὑπὸ ἐξέτασιν εἰς τὰ χέρια του, τὸ φεῖδι. Καὶ αὐτὸ ἀνέβαινε εἰς τὸ κεφάλι του καὶ ἐσχημάτιζε κουλούρα. Κ’ εὐθὺς ἀμέσως ἐκρέμαζε τὸ κεφάλι του καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν ἔκανε στροφάς, ἀνιχνευτικάς, γύρω ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἐάν, αὐτά, ἦσαν ἄρρωστα, τὸ φεῖδι ἔλειφε τὸν γύρω χῶρον τοῦ ματιοῦ, ἕως ὅτου τόν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἀθένεια, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνίχνευσιν μὲ τὴν γλῶσσαν ἀπὸ κοντὰ καὶ χωρὶς νὰ ἐγγίσῃ τὴν ἐπιδερμίδα, ἄρχιζε νὰ ξετυλίγεται. Τὸ ἔπαιρνε ὁ φειδοτρόφος καὶ ἔλεγεν εἰς τὸν ἐξετασθέντα ὅτι δὲν ἔχει ἀρρώστειαν. Τα ἀναφέρω αὐτὰ ἐκ πείρας, διότι καὶ παρευρέθηκα καὶ ἀνέβασα εἰς τὸ κεφάλι μου φεῖδι. Αὐτὸ ἦτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ὀφθαλμιατρεῖον Κελκίτ καὶ περιφερείας. Γεωγραφικό & Ιστορικό Λεξικό Χαλδίας Κα̤βούρ δάγ, Κελκέτ Τσαϊ Λύκος Ποταμός, Κελλία
Δύο λόγια καὶ διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὰς συναλλαγὰς εἰς τὸ Τσιφλίκ. Οἱ ἔμποροι, σχεδὸν ὅλοι, ἦσαν ἐκεῖ Ἀρμένιοι. Ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τοῦ τόπου οἱ πλεῖστοι ἦσαν τεχνῖται: σιδηρουργοί, χαλκουργοί, κτίσται, ράπται κλπ. Οἱ ἔμποροι μεταξὺ τῶν ὁμοεθνῶν, ἦσαν ὀλίγοι. Τούρκοι ἔμποροι δὲν ὑπῆρχαν, μόνον τέσσερες καφετζῆδες. Ἡ διεξαγωγὴ τῶν συναλλαγῶν ἦτο κάτι περισσότερον ἀπὸ μεσαιωνική, τελείως ἀπάνθρωπος. Θύματα οἱ Τούρκοι καὶ οἱ ὀλίγοι Ἕλληνες ἀγρόται. Ὁ Σεπτέμβριος ἦτο ὁ μὴν τῆς δραστηριοποιήσεως τῶν συναλλαγῶν. Οἱ χωρικοὶ κατέβασαν τὸ σιτάρι τους πρὸς πώλησιν καὶ προμήθειαν τῶν χρειωδῶν διὰ τὸν χειμῶνα. Ἀλλὰ ἡ προσφορὰ ἦτο μεγάλη καὶ φυσικὰ ἔπεφτε ἡ τιμὴ τοῦ σίτου. Τὸ κότι (ἡ κοτύλη), δηλαδὴ αἱ 4 ὀκάδες μαζί, ἐπωλοῦντο γιὰ δύο γρόσια. Ὅταν δὲν ἰσοφάριζες ἡ ποσότης τοῦ σιταριοῦ τὰ ψώνια τοῦ χωρικοῦ, ὁ ἔμπορος τοῦ ἄνοιγε, βέβαια, πίστωσιν. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἐψώνιζε ὁ ἀγρότης ἀπὸ τὸ κατάστημα τοῦ ἐμπόρου ἀντικείμενα 100 γροσίων. Καὶ ἔμενε χρεώστης διὰ 50 γρόσια. Ὑπέγραφε, τότε, ἕνα γραμμάτιον διὰ 25 κότια (100 ὀκ.) σιτάρι, παραδοτέον εἰς τὸν ἔμπορον (τζορπατζῆν) τὸν προσεχῆ Μάρτιον. Ἀλλὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον ὁ σῖτος ἦτο λιγοστός. Μόλις ἐπαρκοῦσε διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ ἡ τιμὴ τοῦ κοτιοῦ, τῶν 4 ὀκάδων, ἀνήρχετο εἰς τὸ διπλάσιον, εἰς 4 γρόσια. Ὁ ἔμπορος ἐκαλοῦσε τὸν χρεώστην γεωργὸν νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ 25 κότια, τὰ ὁποῖα ὤφειλε, δυνάμει τοῦ γραμματίου. Ὁ χωρικὸς ἐδήλωνε ἀδυναμίαν καὶ ἐδέχετο ἀνανέωσιν τοῦ γραμματίου διὰ τὸν Σεπτέμβριον. Ἀλλὰ τὴν φορὰν αὐτὴν τὸ γραμμάτιον διελάμβανε γρόσια. Δηλαδή 25 κότια πρὸς 4 γρόσια = 100 γρόσια, πληρωτέα τὸν Σεπτέμβριον. Ἔτσι τὸ λαβεῖν τοῦ ἐμπόρου ἀνήρχετο κατὰ 1000%, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμε ὅτι τὰ πωληθέντα εἰς τὸν χωρικὸν ἐμπορεύματα ἀπέφεραν ἤδη εἰς τὸν ἔμπορον ἕνα κέρδος 500% ἐπὶ τοῦ κόστους. Τὸν Σεπτέμβριον πάλιν ἐψώνιζεν ὁ ἀγρότης καὶ φυσικὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ σύνολον τῆς ὀφειλῆς του. Καὶ πάλιν ὑπέγραφε γραμμάτιον κατὰ τὸ ἴδιον κρατοῦν σύστημα καὶ πάντα ἔμενε ὀφειλέτης. Τὸ χρέος του μὲ τὰ παράνομα κέρδη τοῦ ἐμπόρου διαιωνίζετο. Τὸ τέτοιον εἶδος τῶν συναλλαγῶν τὸ ἀκοῦσαν κυρίως οἱ πανίσχυροι Ἀρμένιοι τοῦ τόπου. Ἡ πολιτικὴ καὶ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἐπενέβαινε, διότι ἡ δημοσιοϋπαλληλία ἦτο πάντοτε ὑποχείριος τοῦ ἐμπόρου μὲ τὴν δωροδοκίαν. Ἕλληνες ἐμπορευόμενοι μὲ τὸ σιτάρι ἦσαν κατὰ τὸ πλεῖστον προσωρινοὶ παρεπίδημοι, ὅπως ὁ πατέρας μου ἀπὸ τὴν Κρώμνην, ὁ Κοκκᾶς ἀπὸ τὴν ἐνορίαν Σιαμανάντων κ.ἄ. Αὐτοὶ ἀγόραζαν, ἰδίως, σιτάρι καὶ ἔστελναν πρὸς πώλησιν εἰς τὰ διαμερίσματα τῆς Χαλδίας ποὺ δὲν εἶχαν ἐπάρκειαν.
Γύρω εἰς τὸ τουρκικὸν χωρίον Μορκολί, τοῦ Κελκίτ, ὑπάρχουν βουνὰ ἀπόκρημνα, μὲ σπήλαια, μὲ στενὰς διαβάσεις, κρυψῶνας καὶ κακοτοπιές. Κάτω ἀνοίγεται κάμπος εὐρύτατος, με βλάστησιν ὀργιαστικήν, ὅπου τὸ χόρτον, ἰδίως εἰς τὸ λεγόμενον «Καράτσαῖρ» — τὸ «Μαυρολίβαδο», ὄνομα καὶ πρᾶγμα διὰ τὰς πολλὰς καὶ φονικὰς συγκρούσεις ποὺ συνέβαιναν ἐκεῖ — ξεπερνοῦσε τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀνθρώπου. Εἰς τὰ βουνὰ αὐτὰ εἶχε τὰ λιμέρια του ὁ διαβόητος ἀρχιληστής, ὁ Κιόρογλου, μὲ τὰ παλληκάρια του. Ἐκεῖ παραμόνευε μὲ τοὺς ἄνδρας του ἡμέραν καὶ νύκτα, ἐκεῖ ὁλόγυρα εἶχε τοὺς φρουροὺς καὶ κατασκόπους. Καὶ μόλις ἐπρόβαλλε συνοδεία ἀπὸ ἄλογα καὶ ἀμάξια μεγάλου ταξιδευτῆ–ἐμπόρου, τοῦ ὀνομαζομένου εἰς τὴν τουρκικὴν «Μπεζιρκιάν», ἐπέπιπτε ἐναντίον της, ὡς ὄρνεον ὁ Κιόρογλου μὲ τοὺς ὁπλοφόρους του, ἐφόνευε τοὺς ἀνθισταμένους καὶ κατελήστευε καὶ ἐξεγύμνωνε τὴν συνοδείαν. Ἡ φήμη ἔφερνε τὸν Κιόρογλου ὡς γιγαντόσωμον, ἀστραπιαῖον εἰς τὰς κινήσεις του, χεροδύναμον, δεινὸν χειριστὴν τοῦ ὅπλου, ἀλλὰ καὶ γενναιόψυχον, ἀκατάδεκτον νὰ ληστεύῃ ἢ νὰ θίγῃ μετρίους ταξιδιώτας, βιοπαλαιστᾶς.
Τοῦ εἶχαν καὶ τραγοῦδι στιχουργημένον, εἰς τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν:
«Μπὲν πίρ Κιόρογλου ιμ, ταγτὰ κεζέριμ,
κιουμοῦς τοπούζλαν, μπασ̌ὶν ἐζέρι!
Δηλαδή: Εἶμαι ἐγὼ ἕνας Κιόρογλου, γυροφέρνω τὰ βουνὰ μὲ τ’ ἀργυρό μου ῥόπαλο, σοῦ λειώνω τὸ κεφάλι! Κόρογλους ή Κιόρογλους - Λούρα Σπύρος Γαλετσίδης - Χοροί Γαράσαρης Πόντου
Πολλὰ κατορθώματα ἀπεδίδοντο εἰς τὸν Κιόρογλου. Καὶ ἦτο ὁ μόνος περιριλάλητος λήσταρχος; Ἀσφαλῶς ὑπῆρξαν πολλοὶ διαδοχικῶς καὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Καὶ ὅλοι κατὰ σύμπτωσιν, εἶχαν τὸ ὄνομα «Κιόρογλου». Τὸν Κιόρογλου τὸν δικόν της εἶχε ἡ περιφέρεια Καράχισαρ (Νικόπολη Πόντου), τὸ ἴδιο ἡ πρὸς βορρᾶν τοῦ Κελκίτ χώρα τῶν Χεριάνων, τὸ ’Ἐρζεροὺμ κλπ. Κατὰ σύμπτωσιν; Ὄχι! Τὸ ὄνομα «Κιόρογλου» εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὸ συναίσθημα τῶν ἐξισλαμισθέντων Ἑλλήνων τῶν περιφερειῶν αὐτῶν ἀπηχοῦσε καὶ ἀπέδιδε τὸν Ἀκρίτα τῆς Μεσαιωνικῆς ἐποχῆς: εἰς τὰ ὑψηλά του φρονήματα καὶ τὰ θρυλικά του κατορθώματα, ὡς φρουροῦ τῶν ἀνατολικῶν συνόρων τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐπῆραν λοιπόν, ἀπὸ τὴν παράδοσιν, τὰ σημεῖα ἐπαφῆς τῶν δύο ἥρωων καὶ ἐταύτισαν τὸν Ἀκρίταν μὲ τὸν Κιόρογλου. Μόνον ποὺ, μὲ τὸ ἐνδόμυχον παράπονό τους, ὅτι δὲν ἴσχυσε ὣς τὸ τέλος νὰ κρατήσῃ μακριὰ τοὺς ἐπιδρομεῖς, τὸν μετωνόμασαν τὸν Ἀκρίτα εἰς Κιόρογλου, εἰς Στραβόν. Αὐτό — τουλάχιστον — παραδέχονται ὠρισμένοι ἀπὸ τοὺς μελετητὰς τῶν Μέσων χρόνων τῆς Ἱστορίας μας. Καὶ ἡ ὑπ’ ὄψιν περιφέρεια Κελκίτ, ὡς καὶ ἡ συνεχομένη τῶν Χεριάνων, εἶχε εἰς τὰ ἀνατολικὰ σύνορα τ’ Ἀκριτικά της τάγματα. Ο χορός του Κόρογλου της επαρχίας Νικοπόλεως (Γαράσαρης) του Πόντου
Τελειώνομεν: Μιὰ πεδιάδα ἀποτελεῖ τὴν εἴσοδο τοῦ τουρκικοῦ χωριοῦ Σατάκ, εἰς τὸ Κελκίτ. Εἰς τὴν πεδιάδα αὐτὴν ἐσώζωντο δέκα, περίπου, στῆλαι. Οἱ ὀλίγοι ἐντόπιοι χριστιανοὶ Ἕλληνες τοῦ Κελκίτ, τὰς ἀπέδιδαν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Τὸν χῶρον οἱ Τούρκοι τὸν ἐχρησιμοποιούσαν ὡς νεκροταφεῖον. Καὶ κάθε φορὰν ποὺ ἔσκαπταν, εὕρισκαν καὶ ἀρχαίους τάφους. Καὶ κτερίσματα, ἀφιερώματα ἢ δοσίματα τῶν συγγενῶν πρὸς τοὺς νεκρούς των. Ἰδίως ἀνεύρισκαν φιαλίδια καὶ ὀβολοὺς ἀρχαίους. Ἴσως οἱ τάφοι ἀνῆκαν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μιθριδατικοῦ Κράτους τοῦ Πόντου. Κάποτε εὑρέθη κι’ ἕνα κομψιτέχνημα, ἕνα ἀγαλματάκι τῆς Θεᾶς Ἀθηνᾶς. Ἀνώτερος δημόσιος ὑπάλληλος — ὅπως ἔλεγε ὅλος ὁ δικός μας κόσμος εἰς τὸ «Τσιφλὶκ» — Τοῦρκος, τὸ ἀγόρασε γιὰ πέντε χρυσὲς λίρες.
Γ. Φιρτινίδης - Καλαμαριὰ Θεσσαλονίκης 1962 - Πηγή κειμένου: Ποντιακή Εστία 1962
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
