Η Γαράσαρη και τα είκοσι οκτώ χωριά της

Ασαρτζούκ,λίτζασσα,καταχώρι,κοϊνίκ,εσκίκιοϊν,τάμζαρα,οβατζούκ,κέϊλικα,αλούτζε,αγούτερεσί,χατζήκιοϊν,έσκιονε,σουπάχ,σιτσάχ,λάππα,κόρατζα,ιστρεφή,φέϊλερε,καράκεβεζίτ,μπάλτσανα,τρουπψή,καλετζούκ,καγιάντιπή,έσολα,ισπαχάν,αλισάρ,κάλτσασσα.Η εκκλησιαστική επαρχία Κολωνίας και Νικοπόλεως διαιρείτο εκκλησιαστικώς σε εννέα τμήματα : Νικοπόλεως, Αλύτζαρας, Σού-Σεχρί, Κερτζενισίου, Τζίτ, Χαπεσίου, Κοϊλε Χισάρ, Γιαϊλέ-Γιουζί, & Κιρικίου.
Το αχανές βυζαντινό κράτος για να διοικηθεί καλά και για να περιφρουρήσει τα σύνορα του, είχε 19 θέματα. Θέματα λεγόντουσαν μεγάλες ακριτικές περιφέρειες οι οποίες αποτελούσαν ιδιαίτερη διοικητική μονάδα με καθορισμένα σύνορα. Τα θέματα διοικούνταν από στρατηγούς. Τα πρώτα θέματα ιδρύθηκαν στα ανατολικά σύνορα της Μικράς Ασίας και ήταν κατ’ αρχάς τέσσερα στον αριθμό. Κατόπιν ιδρύθηκαν σε όλη την επικράτεια και έγιναν συνολικά δέκα εννέα. Ένα από αυτά, το έκτο κατά σειρά θέμα ήταν της Κολωνίας, στο οποίο υπαγόταν και η Νικόπολη – Γαράσαρη.

Ασαρτζούκ,λίτζασσα,καταχώρι,κοϊνίκ,εσκίκιοϊν,τάμζαρα,οβατζούκ,κέϊλικα,αλούτζε,αγούτερεσί,χατζήκιοϊν,έσκιονε,σουπάχ,σιτσάχ,λάππα,κόρατζα,ιστρεφή,φέϊλερε,καράκεβεζίτ,μπάλτσανα,τρουπψή,καλετζούκ,καγιάντιπή,έσολα,ισπαχάν,αλισάρ,κάλτσασσα.Η Κολωνία σήμερα λέγεται Κοϊλιαχισάρ δηλαδή φρούριο κλεισουρών. Το Κοϊλιαχισάρ βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της Γαράσαρης και απέχει από αυτήν περί τις έξι ώρες, μέσα σε βαθύλακκο πεδιάδα η οποία βρέχεται από τις τέσσερις πλευρές της από τον Λύκο ποταμό του οποίου τα νερά είναι πάντα θολά. Το τμήμα Κοϊλιαχισάρ αριθμεί μόλις τέσσερα χωριά : το Μούσελι, Άμελι (με εξήντα περίπου οικογένειες) ευρισκόμενα στον ποταμίσκο της Κολωνίας που στ’ αριστερά του ενώνεται με τον ποταμό Νικοπόλεως, το Χασάνταμιν και το Χαβζούλ επι του Μελανθίου (με πενήντα οικογένειες έκαστο). Λέγεται ότι συχνά έβρισκαν στην περιοχή νομίσματα της Μακεδονικής και Ρωμαϊκής εποχής.
Εδώ, διαπραγματευόμαστε το πρώτο τμήμα, ήτοι το της Νικοπόλεως.
1. Ασαρτζούκ. Το χωριό αυτό βρίσκεται στην δημόσια οδό που συνδέει την Νικόπολη με την παραλιακή και εμπορική πόλη της Κερασούντας. Βρίσκεται στις παρυφές του όρους Παρυάδρης Εγρί-Πέλ (τούρκικη λέξη που σημαίνει στραβή-ακανόνιστη μέση). Είχε υγιεινό κλίμα και ακμαία βλάστηση. Διατηρούσε νεόκτιστο διδακτήριο που βρισκόταν στο κέντρο του χωριού και μάλιστα μέσα στον αυλόγυρο του ναού, με πλήρες δημοτικό σχολείο και με δύο τάξεις του Ελληνικού με τρείς διδάσκαλους στο οποίο επι σειρά ετών δίδαξε ο αείμνηστος ελλόγιμος Παναγιώτης Παυλίδης ο μετέπειτα καθηγητής του Ημιγυμνασίου Κερασούντας. Οι κάτοικοι του χωριού είναι φιλομαθέστατοι και προοδευτικοί. Υπήρχαν τρείς ναοί στο χωριό, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου που ήταν νεόκτιστος βυζαντινού ρυθμού, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου με έναν και μόνο ιερέα. Το χωριό αυτό ανέδειξε πολλούς ικανούς και δραστήριους άντρες. Τον αείμνηστο Ηλία Σαμλόγλου, τους Ηλία και Ιωσήφ Ιορδανόπουλο και άλλους. Οι κάτοικοι ασκούσαν την μεταλλουργία, την κτηνοτροφία, και την μελισσουργία ενώ μερικοί εμπορεύονταν. Το Ασαρτζούκ βρισκόταν βορειοανατολικά του Καραχισάρ.
2. Λίτζασσα. Ήταν το πιο προοδευτικό χωριό της Γαράσαρης και αριθμούσε περί τις εκατόν ογδόντα οικογένειες μαζί με τις πέριξ συνοικίες Καρύτα και Κοτύλε. Διατηρούσε δύο ναούς προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (και οι δύο). Ο νεότερος (νεόκτιστος) από τους δύο αυτούς ναούς ήταν λιθόκτιστος και τεράστιος σε βυζαντινό ρυθμό με περικαλλή τέμπλο που κατασκεύασε ο αρχιλεπτουργός Παναγιώτης Τέμπλοτζι με καταγωγή την περιοχή της Αργυρούπολης. Είχε μεγαλόπρεπο κωδωνοστάσιο. Ο εν λόγω ναός βρισκόταν ακριβώς στην είσοδο της κωμοπόλως κοντά στη θέση “ναύλε”. Το χωρίον Λίτζασσα είχε τρείς λειτουργούς του Υψίστου καλά μορφωμένους όπως τον Μιχαήλ Αλεξανδρίδη ή Ιεροκλής ήταν απόφοιτος της Ιερατικής Σχολής των Ιεροσολύμων. Αυτός είχε θείο στα Ιεροσόλυμα τον άγιον Πετράν ο οποίος ανέλαβε την εκπαίδευση του στην Ιερατική Σχολή των Ιεροσολύμων. Ο άγιος Πετράς, κατά το αρχαίο όνομα του λεγόταν παπα Νικόλαος Αλεξανδρίδης ή Ιεροκλής ο οποίος ήταν γέννημα θρέμμα του χωρίου Λίτζασσας. Η ιστορία του για το πώς είχε κατεβεί στους Αγίους Τόπους έχει ως εξής : Ήταν έγγαμος ιερεύς και είχε δύο τέκνα. Όταν εκοιμήθη (αποβίωσε) η πρεσβυτέρα του (παπαδιά) αλλά και τα δύο του παιδιά, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφιερωθεί στα επουράνια. Ξεκίνησε αποστολικώς κατά ξηράν (ελλείψει συγκοινωνιών) και με πολλά βάσανα και κακουχίες έφτασε στην Κωνσταντινούπολη όπου μετά την παρέλευση λίγου χρόνου, προσλαμβάνεται ως εφημέριος σε μια εκκλησία της πρωτεύουσας όπου έμεινε για τέσσερα χρόνια, αλλά πάντα ο διακαής του πόθος ήταν να κατέβει στους Αγίους Τόπους. Αφού κατέβηκε σ' εκείνα τα μυρωμένα μέρη και αποσύρθηκε σε μια σκήτη όπου και ασκήτευσε. Μετά από μια περίοδο αρκετού χρονικού διαστήματος προσκλήθηκε από την Ιερά Σύνοδο των Ιεροσολύμων και χειροτονήθηκε επίσκοπος. Ανήλθε λοιπόν όλες τις βαθμίδες της ιερατικής τάξεως και αποδήμησε προς Κύριον σε βαθύ γήρας σε ηλικία περίπου εκατόν δέκα ετών κατά την επιβεβαίωση και αφήγηση του συγχωριανού του κ Θεοδώρου Δημ. Ταμουρίδη νύν κατοίκου Ορυζαρίου Εδέσσης ο οποίος άγει το ενενηκοστό έβδομο έτος της ζωής του.
Αποφοίτησε λοιπόν από την Σχολή και επανήλθε στην γενέτειρα του όπου νυμφεύτηκε και μετά την παρέλευση κάποιων χρόνων, κατέβηκε εκ νέου στα Ιεροσόλυμα όπου χειροτονήθηκε από τον κηδεμόνα του (θείου του) στον βαθμό του πρεσβύτερου (ιερέως) και επέστρεψε πάλι στο χωριό του την Λίτζασσα όπου ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα. Ερχόμενος ως πρόσφυγας στην Ελλάδα, εκοιμήθη το 1924.
Την αλματώδη πρόοδο του εν λόγω χωριού μπορούμε να την αποδώσουμε στην συναναστροφή και την επικοινωνία των κατοίκων του με τους ξενιτεμένους υπαλλήλους του πολύ κοντινού μεταλλείου αργύρου και χρυσού όπου συνέρεαν πολλοί μορφωμένοι Έλληνες από τις παραλιακές πόλεις, οι οποίοι ήταν αλλά και γίνονταν οι πραγματικοί φορείς του πολιτισμού στο χωριό. Πράγματι, η Λίτζασσα θεωρείτο η πιο προοδευτική κωμόπολις της Γαράσαρης κατέχοντας την πρώτη θέση μεταξύ των πέριξ χωριών.
Διατηρούσε πλήρες δημοτικό σχολείο και δύο τάξεις του Ελληνικού με δύο ή τρείς διδασκάλους και στο οποίο επι σειρά ετών είχε διδάξει ο ελλόγιμος Παναγιώτης Βασιλειάδης ή Φυτιάνος, ο Μιχαήλ Κανώτης αλλά και άλλοι διακεκριμένοι διδάσκαλοι, όλοι απόφοιτοι Γυμνασίων.
Οι Λιτζασσενοί ήταν φιλόθρησκοι και φιλόμουσοι.
Επειδή το έδαφος του χωριού ως ορεινό, ήταν φτωχό σε απόδοση, για τον λόγο αυτό οι νέοι άντρες ξενιτεύονταν σε άλλα μέρη όπου υπήρχαν μεταλλεία, ωε μεταλλωρύχοι που ήταν.
Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878 περίπου εξήντα οικογένειες με αρχηγό τον αείμνηστο Παύλο Χούρογλου μετανάστευσαν στην Ρωσία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Κάρς κατόπιν ειδικής άδειας της τότε τουρκικής κυβέρνησης. Οι κάτοικοι καταγίνονταν κυρίως με την μεταλλουργία, κτηνοτροφία και μελισσουργία. Οι γυναίκες έπλεκαν, ύφαιναν και κεντούσαν. Ως επι το πλείστον ήταν ευπαρουσίαστες όμορφες και καλές νοικοκυρές.
3. Καταχώρι. Αποτελούνταν από τρείς ενορίες : του άνω Καταχωρίου, του Μαχλά και του Παλαιοχωρίου, με τρείς ναούς, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στο άνω Καταχώριον, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Παλαιοχώριον και του Αγίου Χαραλάμπους στο Μαχλά. Τον δεκαπενταύγουστο γινόταν μεγάλο πανηγύρι στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Οι κάτοικοι των πέριξ χωριών συνέρεαν καθώς και μικροπωλητές από την Τάμζαρα, το Αγουτμούς, ακόμα και από την Νικόπολη. Αλησμόνητες παραμένουν εκείνες οι ημέρες με τους πατροπαράδοτους χορούς που συνοδεύονταν από τους ήχους της αθάνατης λύρας και του τουλουμιού και τους εκκωφαντικούς ήχους του ταουλιού και της ζουρνάς.
Η κοινότητα αριθμούσε εκατόν τριάντα περίπου οικογένειες και διατηρούσε δύο πλήρη δημοτικά σχολεία, στα οποία δίδασκαν πάντοτε διακεκριμένοι διδάσκαλοι άπαντες τελειόφοιτοι Γυμνασίων, όπως : ο Χρήστος Βαλαβάνης, ο Χαράλαμπος Σιδηρόπουλος, ο Ηλίας Παπαδόπουλος, ο Νίκος Τζιράχ κ.α.π.
Οι Καταχωρλούδες διακρίνονταν για την φιλέργια και την θεοσέβεια τους και οι οποίοι ως επι τω πλείστον ήταν μεταλλουργοί και εργάζονταν στα μεταλλεία στυπτηρίας και αργύρου, κάποιοι ήταν κτηνοτρόφοι, μελισσουργοί αλλά και αγωγιάτες. Τα τελευταία χρόνια που έπαψε να λειτουργεί το μεταλλείο αργύρου και στυπτηρίας, άρχισαν να μεταναστεύουν στην Κωνσταντινούπολη, την Ρωσία και την Αμερική. Όσοι απέμειναν, με την ανταλλαγή ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κυρίως στον Αμυγδαλεώνα Καβάλας, στις Κρηνήδες Φιλίππων (Καβάλας) και στην περιοχή του Κιλκίς.
4. Κοϊνίκ. Βρισκόταν στα δυτικά του Καταχωρίου και μέσα σε μεγάλη χαράδρα. Αριθμούσε περίπου εκατόν είκοσι πέντε οικογένειες. Διατηρούσε δημοτικό σχολείο με έναν δάσκαλο και εκκλησία (ναό) προς τιμή του Τιμίου Σταυρού με δύο ιερείς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την μεταλλουργία, κτηνοτροφία και κάποιοι ήταν αγωγιάτες. Μετά την ανταλλαγή ήρθαν και κατοίκησαν στην περιφέρεια του Παγγαίου στο χωριό Σαμάκοβον (το σημερινό όνομα του χωριού είναι τα Δωμάτια-Καβάλας).
5. Εσκί – Κιοϊν. Βρισκόταν στα νοτιοανατολικά του Καταχωρίου απέχων απ’ αυτό μία ώρα. Αριθμούσε εξήντα οχτώ οικογένειες μαζί με την συνοικία Καλέ Μπογιού (τουρκ,λέξη = ανάστημα φρουρίου). Διατηρούσε δημοτικό σχολείο και ναό του Αγίου Νικολάου. Στην συνοικία Καλέ Μπογιού υψωνόταν ο Καλές (το φρούριο) σε απροσπέλαστο και απότομο βράχο. Η άνοδος στον Καλέ γινόταν με κινητή σκάλα και μετά διαμέσου λαξευμένων σκαλιών στον βράχο μέχρι πάνω στις επάλξεις του φρουρίου. Το φρούριο που δέσποζε της Γαράσαρης (Νικόπολης) και της Τάμζαρας αλλά και όλων των απέναντι χωριών, χρονολογείται κατά πάσα πιθανότητα από της Μακεδονικής ή της Ρωμαϊκής εποχής.
Προ εκατόν εξήντα χρόνων πάνω στην κορυφή του βράχου οι κάτοικοι της συνοικίας είχαν ανεγείρει παρεκκλήσι προς τιμή του Αγίου Κωνσταντίνου. Την ημέρα της εορτής πλήθος κόσμου από τα γύρω χωριά συνέρεε προκειμένου να εκκλησιαστεί.
Λέγεται ότι από πάντα η περιοχή κατοικούνταν από Έλληνες αλλά η μάχαιρα του κατακτητή άλλους μεν τους ανάγκασε να ασπαστούν τον μωαμεθανισμό ενώ άλλους να καταφύγουν στο κοντινό δάσος όπου βρήκαν κρησφύγετα και ανακούφιση. Έτσι ζούσαν στα κρυφά για πολλά χρόνια και ίδρυσαν στα κρησφύγετα τους τα χωριά Λίτζασσα και Καταχώρι.
Από το Εσκί Κιοϊν κατάγεται ο αείμνηστος Θεόδωρος Τσιφτσόγλου (Γεωργόπουλος) που υπηρέτησε επι σειρά ετών στην Υψηλή Πύλη ως αρχιπτηνοτρόφος επι Σουλτάν Χαμίτ. Με την ιδιότητα του αυτή έχαιρε μεγάλης φήμης και ωφέλησε πάρα πολύ τους ομόθρησκους του.
6. Τάμζαρα. Κατεβαίνοντας την κατωφέρεια του Καλέ Μπογιού και ακολουθώντας τον ρού ενός παραπόταμου του Λύκου ποταμού, φτάνουμε στην κατάφυτη με κάθε λογής δέντρα κωμόπολη της Τάμζαρας. Βρίσκεται στην δημόσια οδό που συνδέει τα παράλια με την ενδοχώρα, δηλαδή την Μικρή και Μεγάλη Αρμενία. Βρίσκεται στα βόρεια της Νικόπολης και απέχει σχεδόν μια ώρα απ’ αυτήν. Πρίν το 1915 κατοικούνταν κυρίως από Αρμένιους και οθωμανούς. Υπήρχαν όμως και δεκαπέντε οικογένειες Ελλήνων. Η Τάμζαρα παρήγαγε σιτηρά, συκάμινα, πετμέζι, παστίλλας κτλ. Είχε υφαντουργεία βαμβακερών υφασμάτων (μανουσάδες, αλατζάδες, τοκουμάδες και κάμποτ). Τα κοινώς λεγόμενα Καμίσε από τα οποία οι γυναίκες έκαναν ποδήρεις χιτώνες ήταν κάμποτ βαμένα μπλέ και κόκκινα. Σημαντική ήταν η εξαγωγή των πιο πάνω υφασμάτων τα οποία μετέφεραν τα καραβάνια στην ανατολική τουρκία την Περσία και τον Καύκασο. Με την πάροδο του χρόνου όμως, εξαφανίστηκα ολοσχερώς αφού επικράτησαν τα ευρωπαϊκά υφάσματα.
7. Οβατζούκ. (τουρκ,λέξη : Υποκοριστικό της λέξης Οβά που σημαίνει κάμπος). Απείχε περίπου δύο ώρες από την Νικόπολη και βρισκόταν στα βορειοδυτικά πάνω σε οροπέδιο. Αριθμούσε εκατόν τριάντα οικογένειες που αποτελούσαν δύο συνοικίες. Είχε δημοτικό σχολείο και δύο εκκλησίες (ναούς) προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου και της Αναλήψεως του Σωτήρος Χριστού. Είχε έναν ιερέα, τον δραστήριο παπα Ιωακείμ Εφένδη ο οποίος αγωνίστηκε κατά τις ζοφερές εκείνες ημέρες εναντίον του αιμοσταγούς Τοπάλ Οσμάν αγά του μαύρου δαίμονα του Πόντου, υπερασπιζόμενος όχι μόνο τους ομόθρησκους της περιοχής της Γαράσαρης αλλά και άλλων περιοχών. Οι κάτοικοι του Οβατζούκ κυρίως ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία και μερικοί ξενιτεύονταν στην Κωνσταντινούπολη.
8. Κέϊλικα. Παλιότερα, δίπλα στο χωριό υπήρχε το μεταλλείο στυπτηρίας ένα από τα τέσσερα μεταλλεία της περιοχής Νικοπόλεως. Αριθμούσε περίπου εκατόν σαράντα πέντε οικογένειες. Η κοινότητα διατηρούσε πλήρες δημοτικό σχολείο και περικαλλή ναό επ’ ονόματι του Αγίου Χαραλάμπους αλλά και ένα γραφικό παρεκκλήσι του Αγίου Γρηγορίου. Μετά την παύση των εργασιών του μεταλλείου, οι κάτοικοι του χωριού επιδόθηκαν στην γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ σημαντικό ποσοστό ξενιτεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη.
9. & 10. Αλούτζε & Αγού – Τερεσί. Τα δύο αυτά χωριουδάκια αριθμούσαν περίπου σαράντα οικογένειες. Είχαν δημοτικό σχολείο, ναό προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου και Ιερά Μονή του Αγίου Βασιλείου που βρισκόταν είκοσι λεπτά έξω από το χωριό Αλούτζε. Το χωρίον Αλούτζε είναι η γενέτειρα του Σταύρου Α. Νικολαϊδη, ενός εκ των κορυφαίων Ελλήνων Ποντίων διανοουμένων, απόφοιτου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Δίδαξε στο ημιγυμνάσιο των Κοτυώρων (Ορτούς), χρημάτισε γραμματέας στο Ελληνικό προξενείο στην Συμφερούπολη της Κριμαίας και έπειτα όταν κατέβηκε στην Ελλάδα αναμείχτηκε με την πολιτική κι εξελέγη βουλευτής στην Καβάλα από το 1926 έως και το 1951. Χρημάτισε υπουργός εργασίας και δημοσίων έργων, συνέγραψε και εξέδωσε τα πονήματα : Πίστις και ζωή το 1936, Αγάπη και ζωή το 1937 και τον Ναζωραίο το 1940.
Ασαρτζούκ,λίτζασσα,καταχώρι,κοϊνίκ,εσκίκιοϊν,τάμζαρα,οβατζούκ,κέϊλικα,αλούτζε,αγούτερεσί,χατζήκιοϊν,έσκιονε,σουπάχ,σιτσάχ,λάππα,κόρατζα,ιστρεφή,φέϊλερε,καράκεβεζίτ,μπάλτσανα,τρουπψή,καλετζούκ,καγιάντιπή,έσολα,ισπαχάν,αλισάρ,κάλτσασσα.11. Χατζή – Κιοϊν. Βρίσκεται στα δυτικά της Νικόπολης και απέχει τρείς ώρες απ’ αυτήν. Αριθμούσε περί τις ογδόντα πέντε οικογένειες. Διατηρούσε δημοτικό σχολείο και ναούς στην Σύναξη του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και στα Εισόδια της Θεοτόκου έχοντας δύο ιερείς στην υπηρεσία των χριστιανών. Ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του αείμνηστου Ανδρέα Μαυρίδη, απόφοιτου της Μεγάλης του Γένους Σχολής Κωνσταντινουπόλεως ο οποίος επι σειρά ετών χρημάτισε διευθυντής της Κεντρικής Σχολής Νικοπόλεως. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία, κτηνοτροφία και μελισσουργία.
12. Έσκιονε. Το χωριό αυτό χωριζόταν σε δύο συνοικίες , μία ελληνική και μια οθωμανική. Η ελληνική αριθμούσε περίπου ογδόντα οικογένειες και διατηρούσε δημοτικό σχολείο με έναν δάσκαλο και έναν ναό προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία, κτηνοτροφία και μελισσουργία ενώ οι γυναίκες έπλεκαν, ύφαιναν και κεντούσαν.
13. Σουπάχ. Βρισκόταν στα δυτικά της Νικόπολης σε απόσταση πέντε ωρών και στους πρόποδες μιας από τις οροσειρές του όρους Παρυάδρη. Αποτελούνταν από δύο συνοικίες : το Άνω και το Κάτω Σουπάχ οι οποίες από κοινού αριθμούσαν περί τις εκατόν πενήντα οικογένειες. Είχε δύο ναούς, της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Δημητρίου και είχε επίσης δύο ιερείς. Υπήρχε δημοτικό σχολείο και οι κάτοικοι ήταν μεταλλουργοί, κτηνοτρόφοι και γεωργοί. 
14. Σιτσάχ. Το χωριουδάκι αυτό αριθμούσε περί τις είκοσι οικογένειες. Διατηρούσε αλληλοδιδακτικό σχολείο* και εκκλησία επ’ ονόματι της Αγίας Βαρβάρας έχοντας κι έναν ιερέα. *Τα Αλληλοδιδακτικά σχολεία που πρωτοδημιουργήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χώροι εκπαίδευσης όπου η εκπαίδευση των νέων γίνονταν αναμεταξύ τους αμοιβαία.
15. Λάππα. Βρισκόταν στα νοτιοδυτικά της Νικόπολης (Γαράσαρης) σε απόσταση δύο ωρών στις υπώρειες βραχώδους βουνού στις χαράδρες του οποίου κατεσφάγησαν οι από την Κερασούντα απελαθέντες αρμένιοι τον Αύγουστο του 1915. Η Λάππα αριθμούσε περί τις πενήντα οικογένειες ενώ οι κάτοικοι ήταν εργατικοί και διατηρούσαν δημοτικό σχολείο με ναό κι έναν ιερέα.
16. Η Κόρατζα. Βρισκόταν 15 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Νικόπολης και αποτελούνταν από πέντε συνοικίες : των Αντωνάντων ή Αντώνογλου, της Χατζή Μαρίας, του Πάρου, του Κωτζέκ και του Χατζή Σαββάντων. Στην συνοικία των Χατζησαββάντων πριν από εβδομήντα χρόνια λειτουργούσε μεταλλείο στυπτηρίας ένα από τα τέσσερα της Νικόπολης. Οι πέντε συνοικίες αριθμούσαν πάνω από εκατόν σαράντα οικογένειες. Είχε δύο ναούς, ο ένας νεόκτιστος της Αγίας Βαρβάρας σε βυζαντινό ρυθμό με λαμπρό τέμπλο που κατασκεύασε ο αρχιλεπτουργός Παναγιώτης Τέμπλοτζι με καταγωγή την περιοχή της Αργυρούπολης. Μάλιστα είχε και μεγαλοπρεπές κωδωνοστάσιο. Ο ναός βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο των πέντε συνοικιών όπου υπήρχε και το νεόκτιστο διώροφο διδακτήριο πλήρες δημοτικό, κάποτε μάλιστα και με δύο τάξεις ελληνικού που λειτουργούσε με δύο ή και τρείς διδασκάλους. Ο γράφων Η.Π.Σπαθόπουλος δίδαξε στην σχολή αυτή τα έτη 1906-1909. Ο άλλος ναός ήταν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Η κοινότητα είχε τέσσερις ιερείς. Έξω απ’ το χωριό υπήρχαν πολλά παρεκκλήσια και κάποια απ’ αυτά από την βυζαντινή εποχή με ζωντανές τοιχογραφίες των αγίων που διατηρούσαν ανεξίτηλα τα χρώματα τους στο πέρασμα των αιώνων. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία, παλιότερα και με την μεταλλουργία), την μελισσουργία, ενώ οι γυναίκες έπλεκαν, ύφαιναν και κεντούσαν τις εμποδέες τους και την κάτω περιφέρεια του ποδήρους χιτώνα τους.

17. Κάλτσασσα. Βρισκόταν σε οροπέδιο σε μαγευτική θέση. Κατοικούνταν από εξήντα οικογένειες εκ των οποίων οι είκοσι ήταν οθωμανικές. Οι ελληνικές οικογένειες διατηρούσαν αλληλοδιδακτικό σχολείο με ναό επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου και με έναν ιερέα.

18. Ιστρεφή. Βρισκόταν σε απόσταση μισής ώρας από την Κωμόπολη Κόρατζα και είχε περίπου εξήντα οικογένειες. Είχε αλληλοδιδακτικό σχολείο με ναό επ’ ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου με έναν ιερέα να την υπηρετεί. Οι κάτοικοι καταγίνονταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.

19. Καρά – Κεβεζίτ. Χωριζόταν σε δύο συνοικίες που απείχαν μεταξύ τους είκοσι λεπτά. (Οι αποστάσεις πάντα υπολογίζονται με τα πόδια και όχι με κάποιο άλλο μέσο). Και οι δύο συνοικίες μαζί αριθμούσαν ογδόντα πέντε περίπου οικογένειες. Διατηρούσαν πλήρες δημοτικό σχολείο, δύο νεόκτιστες εκκλησίες (ναούς) του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του μυροβλήτη έχοντας στην υπηρεσία των ναών αυτών, τρείς ιερείς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία την κτηνοτροφία και την μελισσουργία και οι άντρες ξενιτεύονταν στην Κωνσταντινούπολη και στην Καβάλα.
20. Μπάλτσανα. Βρισκόταν τα βορειοανατολικά της Νικόπολης (Γαράσαρης) κοντά στην δημόσια οδό που συνέδεε την Νικόπολη με την ενδοχώρα μέχρι το Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη) και πέρα. Στην δημόσια αυτή οδό βρισκόταν η νεόδμητος Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου η οποία ανηγέρθη κατά το 1900 αφενός από τον θεοσέβαστο πατέρα Κύριλλο Μαυρομάτη που τον έλεγαν : της Μπάλτσανας ο καλόγερον και αφετέρου με την ενεργητικότητα και την δράση των κατοίκων του χωριού ως και των περιχώρων. Αριθμούσε περίπου εκατό σπίτια. Διατηρούσε πλήρες δημοτικό σχολείο και είχε δύο ακόμη εκκλησίες και τρείς ιερείς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία την κτηνοτροφία την μελισσουργία και τη υλοτομία. Οι περισσότεροι άντρες ξενιτεύονταν στην Κωνσταντινούπολη και στην Καβάλα όπου εργάζονταν στα καπνομάγαζα. Μάλιστα στην Καβάλα είχαν ιδρύσει αδελφότητα η οποία συνέδραμε και συνείσφερε υπέρ της ίδρυσης της προαναφερθείσας Μονής της Θεοτόκου.
21. Τρουπψή. Η κωμόπολη αυτή βρισκόταν πάνω σε οροπέδιο και είχε υγιεινό κλίμα. Αριθμούσε περίπου τριακόσιες πενήντα οικογένειες. Η κοινότητα διατηρούσε πλήρες σχολαρχείο με τρείς διδασκάλους, περικαλλή ναό βυζαντινού ρυθμού με ωραίο τέμπλο και κωδωνοστάσιο τιμώμενον στην μνήμη του Αγίου Θεοδώρου (Αλέ-Κιλισεσί).
Ανέδειξε μεγάλους άντρες όπως :
Τον τουρκομαθέστατο Ιωάννη Κεβενίδη (Γιάνκο Εφένδη) ο οποίος σπούδασε νομικά στο Οθωμανικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας του υπηρετούσε στην αυλή του Σουλτάν Απτούλ Χαμίτ και έχαιρε μεγάλης φήμης. Ο Ιωάννης Κεβενίδης επι σειρά ετών εξελέγετο βουλευτής Νικοπόλεως (Καρά Χισάρ Σαρκί).
Τον αείμνηστο Παύλο Κολεσίδη, απόφοιτο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (Κωνσταντινούπολη) ο οποίος συνέγραψε τα «Απόκρυφα των Καλογήρων» και πολλά άλλα βιβλία.
Τον Χρήστο Βαλαβάνη, τον Καρά – Μελτσάν, τον καθηγητή κ. Γ. Στρουθόπουλο και πολλούς άλλους. Οι κάτοικοι του χωρίου ήταν φίλεργοι, προοδευτικοί και φιλόμουσοι.
22. Καλετζούκ. Βρισκόταν στα βορειοανατολικά της κωμόπολης Τρουπψή. Αριθμούσε περί τις δεκαπέντε οικίες. Είχε αλληλοδιδακτικό σχολείο με ναό τιμώμενο επ’ ονόματι της Αγίας Μαρίνας. Ήταν η γενέτειρα του αείμνηστου αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου Χατζηλιάδη.
23. Φέϊλερε. Βαδίζοντας απ’ το χωρίο Τρουπψή προς τα βορειοανατολικά περίπου σε μιάμιση ώρα απόσταση φτάνουμε στο χωριό Φεϊλερε που βρίσκεται στις παρυφές του όρους Τσάλ-Τάγ. Επειδή η γη ήταν άγονη, οι κάτοικοι του περίπου στις αρχές του Φθινοπώρου κατέβαιναν οικογενειακώς στην Κερασούντα όπου εργάζονταν μέχρι τα μέσα Ιουνίου κι έπειτα επέστρεφαν στην γενέτειρα τους. Διατηρούσαν αλληλοδιδακτικό σχολείο και ναό επ’ ονόματι του Αγίου Θεοδώρου.
24. Αλισάρ. Βρισκόταν στα ανατολικά της Γαράσαρης. Αριθμούσε περί τις εκατόν δέκα οικογένειες. Είχε πλήρες δημοτικό σχολείο και ναό με δύο ιερείς. Το Αλισάρ ήταν η γενέτειρα του αείμνηστου Ευθυμίου Εμέν – Ογλού ο οποίος κατά το 1900 επιστρέφοντας απ’ την Ρωσία δώρισε πολλά στην Ελληνική Κοινότητα Νικοπόλως ώστε να ανακηρυχτεί μέγας ευεργέτης από τον αείμνηστο μητροπολίτη Πολύκαρπο Ψωμιάδη.
25. Χάχαβλα. Αριθμούσε περί τις εξήντα οικογένειες. Διατηρούσε δημοτικό σχολείο με ναό και δύο ιερείς.
26. Ισπαχάν – Μαχλεσί. Βρισκόταν σε δίωρη απόσταση περίπου από το Αλισάρ. Είχε εξήντα πέντε οικογένειες και δημοτικό σχολείο με έναν ιερέα.
27. Έσολα. Είχε δημοτικό σχολείο με ναό και αριθμούσε περί τις εβδομήντα πέντε οικογένειες. Οι κάτοικοι των πιο πάνω τεσσάρων χωριών καταγίνονταν με την γεωργία και εν μέρει με την μελισσοκομία. Ως μητρική γλώσσα είχαν την τουρκική.
28. Καγιά – Ντιπή. Ονομαζόταν έτσι, δηλαδή “ρίζα του βουνού” γιατί βρισκόταν στις υπώρειες βουνού που κατέληγε σε βράχο. Μέσα στον βράχο ήταν η Πατριαρχική Σταυροπηγιακή Μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου η οποία πανηγύριζε στις 15 Αυγούστου. Πολλοί προσκυνητές συνέρεαν από διάφορες παραλιακές πόλεις και κωμοπόλεις όπως τα Κοτύωρα την Κερασούντα, την Τρίπολη, την Πουλαντζάκη, την Τσαγκράχ και την Αλύτζαρα. Όταν έκλαιγαν τα μικρά παιδιά, τα έλεγαν : “απάμ’ εφέτος ΄ς ση Γαράσαρης ‘ς σην Παναγίαν κι’ αφέρομαι ‘σε παστίλλας κι ‘τζεμίτζε”.
Την Μονή αυτή την ανήγειρε εκ βάθρων κατά τον Ε’ αιώνα ο αείμνηστος Ιωάννης ο Ησυχαστής. Ήταν λαξευμένη μέσα στον βράχο και αποτελούσε αρχιτεκτονικό θαύμα μεγάλης σημασίας σε εθνικο-θρησκευτικό επίπεδο. Εντός της μονής της Θεοτόκου είχε ενταφιαστεί το σεπτό σκήνωμα του πανασιότατου Μητροπολίτου Κολωνίας και Νικοπόλως, αειμνήσου Σωφρονίου, ο οποίος εκοιμήθη το έτος 1017.
Το χωριό αριθμούσε μόνο εικοσιπέντε οικογένειες περίπου εκ των οποίων οι δέκα ήταν μουαραπατζίδες που καλλιεργούσαν τους αγρούς της Μονής που ανέρχονταν σε σαράντα περίπου στρέμματα. Διατηρούσαν αλληλοδιδακτικό σχολείο. Κάτω από το Καγιά Ντιπή και σε απόσταση μισής ώρας τρέχει χειμαρρώδης παραπόταμος που πηγάζει από το χωρίο Ασαρτζούκ ο οποίος τροφοδοτούσε κοντά στο τουρκικό χωριό Αγουτμούς τον θολό ποταμό Λύκο. Σε αυτήν την τοποθεσία μαρτύρησαν οι Σαρανταπέντε στρατιώτες της ΧΙΙ (12ης) Ρωμαϊκής Λεγεώνας επι αυτοκράτορος Λικίνιου (307-327 μ.Χ.) τότε που είχε ξεσπάσει άγριος διωγμός κατά των Χριστιανών. Τα λείψανα τους τα ανέσυραν από τα νερά ευσεβείς χριστιανοί και τα έφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Η Ιερά ορθόδοξη εκκλησία εορτάζει την μνήμη των Σαράντα πέντε Μαρτύρων την 10η Ιουλίου εκάστου έτους.
Η παράδοση αναφέρει ότι παλιότερα η κωμόπολη κατοικείτο από Έλληνες. Πράγματι το τζαμί διατηρούσε ίχνη παλιάς χριστιανικής εκκλησίας με μισοσβησμένες ανεκτίμητης αξίας βυζαντινές τοιχογραφίες και ακόμα κι από τους τούρκους λεγόταν “Αι-Σόφια τζαμισί”.

Πηγή : Η.Π. Σπαθόπουλου – Θεσσαλονίκη 1954

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ