Ποντιακά έτυμα, Κώστα Καραποτόσογλου B' μέρος (Μελεχέμιν, Μοτζίριν, Μουστρίν, Μουταρά).
• Μελεχέμιν (το), αμάρτ. Μελεχέμ' Χαλδ. Μελαχέμ' Χαλδ. Μελεάμ' Χαλδ. Από το Αραβ. Merhem . Αλοιφή ιαματική παρασκευαζόμενη από πίσσα, κερί, λιβάνι, λάδι και άσπρο σαπούνι. Η τουρκική γνωρίζει τον τύπο mellekem = pflaster , salbe , hautkrem = έμπλαστρο, αλοιφή, αλοιφή του δέρματος. Τύπος που απαντάται στην τουρκική από το 1533 από τον οποίο προέρχεται η ποντιακή λέξη.
Το παρόν μελέτημα περιλαμβάνει 27 λήμματα, αποθησαυρισμένα από τον Α.Α. Παπαδόπουλο, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αγνώστου έτυμου ή η προτεινόμενη ετυμολογία από τον ίδιο ή από άλλους γλωσσολόγους δεν βρίσκει σύμφωνο τον Κώστα Καραποτόσογλου. Στην ποντιακή διάλεκτο εκτός από τα στοιχεία της αρχαίας Ελληνικής και των Βυζαντινών χρόνων έχουν πιθανόν ενσωματωθεί και λέξεις προερχόμενες από ένα άγνωστο σε εμάς γλωσσικό μικρασιατικό υπόστρωμα.
Ίσως είναι κοινοτυπία να πει κανείς ότι η ιστορία ενός λαού είναι η ιστορία της γλώσσας του ή, αντίστροφα, ότι η ιστορία της γλώσσας ενός λαού είναι η ιστορία του λαού αυτού. Διαπίστωση που επιβεβαιώνεται στην περίπτωση της Ποντιακής διαλέκτου.
