Δα̤βαίνω ή δεβαίνω. Ποντιακή διαλεκτολογία. Ετυμολογία, ιδιωματισμοί

δα̤βαίνω,δεβαίνω,ετυμολογία,συνώνυμα,ιδιωματισμοί,χαλδία,δά̤νω,κοτύωρα,εδέβα,δα̤βάζω,δα̤βαίνωπλάν,δα̤βούμενος,αναγνώθει,εδήβαν,στομολόεμαν,βασκανία,γλωσσοφαγιά,ήλεν,χρά,ποντιακή,διαλεκτολογία,διάλεκτος,γλώσσα,λαογραφίαΔεβαίνω (Χαλδία), δά̤νω (Κοτύωρα), Αόριστος : εδέβα, εδήβα, Μετοχή : δα̤βούμενος. Απ’ το αρχαίο διαβαίνω. Ο τύπος δά̤νω κατ΄επίδραση του δά̤ζω , δι ου ο ιδιωματισμός δα̤βάζω.

Ερμηνείες :
1. Διέρχομαι, περνώ : Δα̤βαίν απεμπροστά μουν και καλημέρα ‘κ̆ι’ λέει μας. Εδέβα το ποτάμιν. Φράση : Δα̤βαίνω πλάν (απέρχομαι). Πάω δα̤βαίνω (απέρχομαι ανεπιστρεπτί. Σ’ εσέν’ δα̤βαίν’ το νάζι μ’ (σε σένα έχω θάρρος). Η παρά ‘κ̆ι’ δα̤βαίν’ (είναι κίβδηλο το χρήμα). Εδέβεν κα (παρασύρθηκε ή κατακρημνίσθηκε), λχ : εδέβεν κά το χωράφ. Εδέβεν κά το γεφύρ’, εδέβεν κά τ’ οσπίτ’ κτλ. Δα̤βαίνω ας σην τέχνη μ’ (αφήνω – παρατώ την τέχνη μου). Πολλά εδέβαν ‘ς σο κιφάλι μ’ (πολλά δεινά πέρασαν απ’ το κεφάλι μου = πολλά δεινά υπέστην ). Μετοχή : δα̤βούμενος = διερχόμενος, περνώντας. Δημώδες άσμα : « Ο βασιλά̤ς δα̤βούμενος στέκει και αναγνώθει».

Print

Τη βουδί τ' αράεμαν. Διήγηση απ' την Τσιμερά της Μούζαινας της Χαλδίας του Πόντου

 βουδί,αράεμαν,μούζαινα,χαλδίας,πόντου,τσιμερά,αράγεμαν,γαρή,αραήν,ραχ̆ίν,μοσκώβ,παρχάρ,μαντρίν,τα̤τά̤,εχολιά̤στεν,αράεμαν Διήγηση εκ της Μούζαινας της Χαλδίας του Πόντου

Στην Τσιμεράν τη Μούζαινας Ανανίας εχάσεν το βούδ’ν-ατ. Ερούξεν σ’ αράγεμαν η γαρή-ατ και τα παιδί-ατ. Εράεψαν αδά, εράεψαν εκεί, πουθέν ‘κ̆’ εύραν ατο, εσκώθεν κι Ανανίας σην αραήν. Ετέρεσεν σο χωριόν κές, ‘κ̆’ ηύραν ατο, εντώκεν σο ραχ̆ίν κι΄αν’ ν’ αραγέβει ατο. Εξέβεν ούς τη Μοσκώβ τον παρχάρ. Σ’ εκείν’ απάν εβράδυνεν κιόλα, το βούδ’ ευρέθεν σο χωρίον αφκά, με τα κάτινος ζά εταράεν κι εσέβεν σο μαντρίν ατουν.

Print

Η Ιμερίτ'σσα (Ιμερίτισσα). Ανέκδοτη διήγηση Π. Η. Μελανοφρύδη

Ιμερίτισσα,μελανοφρύδης,ποντιακή,τραπεζούντα,πρόσφυγες,καράβι,ετζάϊζαν,γραία,Πόλη,Κωνσταντινούπολη,κιβέρταν,τσαρουλίζνε,ίμερα,ιμερίτσα,λαογραφία,ιστορία,ξεριζωμόςΟυντάν έρχουνταν α σην Τραπεζούνταν οι πρόσφυγες, το καράβ’ το εφέρνεν ατ’ς εσέβεν σα Στενά. Νύχτα έτον κα τα φώσα̤ ολόερα εφώταζαν. Ούλ’ ετζάϊζαν ; αχά η Πόλ’ ! Έρθαμε στην Πόλ’ !
Είνας γραία, τσίτσιρος, Ιμερίτ’σσα πα έτον σο καράβ’. Ουντάς έκ’σεν «έρθαμε στη Πόλ’ !» γάλα̤ γάλα̤ εξέβεν κι εκείνε απάν σην κιβέρταν τη παπορί κι ετέρεσεν : μακρά τσαρουλίζνε τα φώσα̤.
- Αούτο έν’ η Πόλ’ ; ερώτεσεν,
- Ναι ! θεία, είπαν ατέν, ατό έν’ η Πόλ’.
- Η γραία ελάϊξεν το κιφάλ’ν ατ’ς και είπεν : Αϊ ! μαύρον Ίμερα !

Πηγή : Παντελή Η. Μελανοφρύδη - Ποντιακή Εστία Τεύχος 1ον

Print

Πόθεν η ονομασία Σουμελά (Παναγία) - Γλωσσολογικά Πόντου

εικόνα,σουμελά,βαλαβάνης,γλωσσολογικά,παναγία,όρος,μελά,ποντιακό,ιδίωμα,  Φαεννός,στερέα,φάλᾰρα,φάλος,σουμελίτας,σουμελίτες,σουμελίτης,αθηναία,αθηνά, αθήνη,ερμέας,ερμής,ερμείας Διάβασα κάποτε σε ένα βιβλίο, μια ιστορία για την υπερκείμενη της Τραπεζούντας Ιερά Μονή της Παναγίας στο όρος Μελά που τιμά την κυρία Θεοτόκο, ότι η προσφώνηση “Σουμελά” παράγεται απ’ το τροπάριο “Ω σύ Μελά”. Ας αναλύσουμε τα δεδομένα. Το άρθρο (του), αρτικόν (τ) στο Ποντιακό ιδίωμα εξομοιώνεται με το τελικό (ς) των προθέσεων (‘ς) που σημαίνει ας όπως και το της ευθείας ή πλάγιας ερωτηματικής ‘σσου = εις του, ‘σσόν = εις τον, ασσόν = εκ τον, ασσήν = εκ την (σύνταξη που απαντάται ήδη και στους Βυζαντινούς), ασσού = εκ του, ασσίναν = εκ τίνα, ασσίνος = εκ τίνος (όπως και το ασσού), ασσό = εκ το, εξ ου και το ‘σσίναν = εις τίνα, ‘σσίνος = εκ τίνος.

Print

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής διαλέκτου

 Χωρολόγι,μανάτια,τσααιτεύω,γουζίν,έφαγαμε,έπαμες,κορκόδειλας,δαφνοπόταμος,χαρσιώτης,σελβίρα,λεμόνα,τρανταφύλλα,τουτουγιά,σελβίρα,κυπαρισσένια,κυπαρέσσα,παρέσσα,χατούνα,ναζλού,ναρχατού,σουρμαλού,αμανάτς,αποκαμάρωμαν,ψαθύρα̤,κοκκινόκολα,φήμιγμαν,τσ̆αρκούλ,μνημόρα̤,τσιμπαρά̤ουμαι,μιαντή,τσίτεν,τσίτη,χόχορας,κουκουβάγια,χατσένια,μέγγκλα,ζώδια,κύρβας,χαντσεύω,κρούγω,τσούν,τρικέφαλον,οφίδ’,άγιοςοΚύρτς,συντέκν,άπιστον,ομνύω,πιστεμένον,άρκον,αρκοτούζακον,αρκουδεύω,αρκοτσούνα,αρκοπάλλαχον,παλλάχ,άρκαινα,χασ̆χασ̆ίτα,χασχασίτα,βαίνω,πρωτόγαλον,σ̆κυρόγαλον,σερέκ’,νόσος,χωμολέον "Χωρολόγι"
Η «Χώρα». Γενικώς οι ξένοι, σε αντίθεση με τα συγγενικά πρόσωπα. Η χώρα ντο λέει μη τερείς = μη κοιτάς τι λένε οι ξένοι. Τη χώρα π’ ακούει, τη χώρας γίνεται = όποιος ακούει τις συμβουλές των ξένων αποξενώνεται απ’ την οικογένειά του. Τη χώρας τα λόγια̤ = ξένες, ανεύθυνες φήμες. Χωρολόγι = Προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή των μικρών ώστε να συνηθίζουν να είναι σεμνοί στην εμφάνισή τους, μόλις φαινόταν η γύμνια τους, φώναζαν : Χωρολόγι ! Χωρολόγι ! που σήμαινε Ντροπή, θα σε γελά ο κόσμος. Οι μικροί έσπευδαν να κρύψουν την γυμνότητα τους κι έτσι από μικρή ηλικία συνήθιζαν στη σεμνότητα.

Print

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ