Ανόητος. Ιδιωματικές λέξεις της ποντιακής διαλέκτου από το ανέκδοτο λεξικό του Δημητρίου Σ. Νικοπολιτίδη
Ανόητος = αβανάκης επίθετο, αβανάκ'ς, αγαθωτός, αγγουρωτός, αγλάγκανος, αγλάγανος, αγλάανος, αγνός, άγνωστος, αγροίκιστος, ακέφαλος, άλαλος, ανεγροίκιστος, ανόετος, ανόητος,
Δός με, θεία μ’, τὸ κορ’τζόπο σ’ ντὸ ἔν’ σ’ ἐμὰ τὰ χρόνα̤
Σκούπα = σπογγιχτέρ'(ιν) το, φορκάλ'(ιν), φουρκάλ', φροκάλ', οικιακό εργαλείο με το οποίο καθαρίζουμε έναν χώρο από σκόνες, σκουπίδια κ.τ.λ., σάρωθρο.
Δύο κορ’τζόπα τραβωδοῦν τή νύχταν ποὺ κοιμοῦμαι
Ο Σώπ’ς ο Παύλον (Σωπίδης Παύλος), κι ο Στεφάναγας έτα κι οι δύ’ πα Αμπρικέτ’. Ο Στεφάναγας ο Στέφανον έτον πατράτσικος (εργολάβος).