Αφορισμένε. Η ιστορία αλλά και η χρήση του λήμματος απ' τους Έλληνες του Πόντου

Αγχίνοια,κατάλυση,νηστείας,θωπευτικόν,ένιοι,πρόβουλος,αισύμη,έβρου,γεώργιος,κανδηλάπτης,αφορισμένε,πηδάλιον,εκκλησίας,παναγία,αφοριζέσθω,κοτσαμπάσιδες,ποντιακή,λαογραφία,ιστορία,διαλεκτολογία,κερασούντα"Αφορισμένε" εις την Ποντιακήν Λαογραφίαν

Εάν συγκατοικήσει κανείς με Έλληνες Ποντίους, θα διαπιστώσει ότι η πρώτη λέξη της ευχής ή της κατάρας που μεταχειρίζονται είναι η λέξη “αφορισμένε” ακριβώς όπως χρησιμοποιείται στην Ελλάδα η έκφραση "μα τον Χριστό σου, μα την Παναγία σου”. Η λέξη αφορισμένε, κοινό γνώρισμα των Ελλήνων Ποντίων έχει την αρχή της ήδη απ’ την εποχή της αλώσεως και προήλθε απ’ την επήρεια των κληρικόφρονων καθώς μετά την πολιτική υποδούλωση των Ελλήνων του Πόντου, η θρησκεία ήταν το μόνο έρεισμα του Ελληνισμού υπό την έννοια της “Πίστης”.

Γλωσσολογικά και Ετυμολογικά Πόντου, υπό του διδασκάλου Παντελή H. Μελανοφρύδη

γλωσσολογικά,πόντου,μελανοφρύδης,καρχανά,κερχανά,επόζεψες,πουρουτζίδικα,πουρούτς,κεραμεύς,ασβεστοκάμινος,γουρπάν,κέργο,κέχρο,τσάν,τουκάνι,τσανεύω,τσανεύκουμαι,τριμελεύω,λαλασεύω,αποτσανίζω,κοκκοβά̤ζω,ρυμός,καυκάλ,μαρτζαλάκ,φουτούλ,κοκκόβα̤Καρχανά ή Κερχανά (όπως προφερόταν στο χωριό του Μελανοφρύδη) ήταν άγνωστη λέξη στην περιφέρεια μας και μόνο στο μοιρολόγι : “..Γουρπάν’τς οσπιτοχάλαστε και τσαχοποζεμέντσα, εχάλασες την καρχανά σ’ κι επόζεψες το κέγρος”, εξ όσων θυμούμαι απαντάται με την σημασία του οίκου ή μάλλον του συνόλου της οικογένειας, του οικογενειακού κύκλου του οποίου η αποθανούσα αποτελούσε μέλος. Ως ορθή γραφή είναι «εχάλασες την κερχανά σ’ και επόζεψες το κέγρο σ’» αν και η πρωτότυπη γραφή του κ Μελανοφρύδη ήταν η : “Εχάλασες την κερχανά σ’ κι επόζεψες το κάστρο σ’ ”.

Ανέκδοτες διηγήσεις Γίμερας (Ίμερας) - Ματσούκας - Χαλδίας - Γλωσσικά Σύμμεικτα Πόντου

 Ποντίλαν,δεκαπενταύγουστος,σουμελά,παναγίαν,χασ̌λούχ,σαλαχανάν,μαντζάνας,εκαντούρεψεν,κωδωνόπα,ζεμπερέκια,τσ̌άπουλας,κρεμέτες,μασχαρά̤νος,μαξίμς,γιμερίτες,ιμερίτης,εμπονέσ̌τα̤,κεμεντζετζής,σαββέλης ,λαχουσ̌ίν,βούρπατλασούν Η Μαντσάνα - Γ. Καραγιαννίδου (Διήγηση Ματσούκας)
‘ς σα παλαιά τα χρόνια̤, έ κιτί καιρός, ο Κώστης ο Κολχόϊς και κάμποσοι νοματοί κι άλλ’ ασ’ την Ποντίλαν, επήγαν τον δεκαπενταύγουστον ΄ς σην Σουμελά την Παναγίαν. Τη Κώστη το χασ̌λούχ πά εκατόν παράδες. Άρ άμον ντ’ έφτασαν εκεί όλ’ επήγαν ΄ς σην λειτουργίαν. Άμον ντ΄εσκόλασεν η εγκλησία όλ’ εξέβαν εξ και κάτ’ εγόραζαν κι έτρωγαν. Ο Κώστης πά άμον την σαλαχανάν ελάστεν – ελάστεν και τσ̌ίπ τέγα̤ τηδέν ‘κ̌ επεγνέφτεν ώσπου τα ερούξεν απάν’ σ’ έναν ερίφ’ π’ επούλνεν μαντζάνας. Ο Κώστης πά άλλο αοίκα ΄κ̌΄είδεν κι αέτς πα εδώκεν δέκα παράδες κι εγόρασεν έναν.
Επήρεν ατο κι εδέβεν πλάν και σίτα̤ επορπάτνεν ελάϊζεν ατο. Αρ’ άς ελάϊξεν – ελάϊξεν ατό κάμποσον ώραν, εκάτσεν να τρώει ατο. Έδαξεν έναν βούκαν κι ερχίνεσεν να μασά το. Η μαντζάνα έτον πικρόν άμον χολήν ατός εθάρρεσεν ο ερίφς εκαντούρεψεν ατον κι επή(γ)εν να κλώθει ατο οπίσ’. Θείο, είπεν ατον, αούτο ντ’ εδώκες με πολλά μάντ’ς έν ! Έπαρ’ το οπίσ’ και δός μα έναν γενάμινον.

Νιώτικα. Λαογραφικά, γλωσσικά και ιστορικά της Οινόης του Πόντου.

οινόη,ποντιακή,γλώσσα,λαογραφία,γλωσσικό,ιδίωμα,νιώτικα,μύθοι,αποφθέγματα,ρητάΈχ̌εις καλά παιδία, τα κρόσ̌ια τι να φτάς ; Και έχ̌εις κακά παιδία, πάλι τι να φτάς ατά ;
Έχεις καλά παιδιά, τι να τα κάνεις τα γρόσια ; Και έχεις κακά παιδιά, πάλι, τι να τα κάνεις; Δεικτικόν της ευτυχίας που τα καλά παιδιά στερεώνουν και τα κακά γκρεμίζουν.

Εδίβε να κάλεινεν κι έπεσεν κι εκοιμήθε.
Πήγε να προσκαλέσει και πλάγιασε και κοιμήθηκε. Για τους αργοκίνητους ανθρώπους που πηγαίνουν για σοβαρή δουλειά κάπου και δε νοιάζονται να την τελειώσουν ποτέ.

Δύο Μύθοι του χωρίου Σταυρίν του Πόντου

 πόντου,χρονικά,μύθοι,λαογραφία,παραδόσεις,σταυρίν,χαλδίας,παραμύθια,κλωστοί,κρυπτοχριστιανοί,μουρδουλίζω,αλεπόν‘Σ ση χαρά πα ξύλα θα κοβαλώ. (Πρώτος μύθος)
Το λεοντάρ’ θ’ εγυναίκιζεν και ελάλεσεν ΄ς σην χαράν όλα̤ τη ‘ης τα τετράποδα και τα πετούμενα. όλα̤ τα πλάσματα εφόρεσαν κι’ ενέλλαξαν και εχπάσταν ‘ς σην χαράν. Ο γάϊδαρον μοναχόν ξάϊ ‘κ̌ ’εσυνωρθάεν. Εφορτώθεν το σεμέρ’ ν΄ατ’ και εδέβεν πλάν. ΄Σ ση στράταν είδεν ατόν αλεπόν και ερώτεσεν ατόν.
Νέπρε, γαϊδάρ’ υιέ, ΄ς σην χαράν πα με το σεμέρ’ θα πάς ;
Έ ! χανούμ ! είπεν ο γάϊδα̤ρον , εγώ εξέρω, ΄ς ση χαράν πα αν πάω, για νερόν, για ξύλα θα κοβαλώ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ