Φουμίζω, Μανέα, Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων

Ελληνόπαιδας με μαντολίνο Κερασούντα προ του 1920Φουμίζω
Ερμηνεία: δυσαρεστούμαι, θυμώνω, δυστρωπώ. Εκ του φού-φού που εκφέρει ο θυμωμένος απ’ τα ρουθούνια του.
Ετυμολογία: α) εκ του Φημίζω (διάλεκτος Καστελλόριζου: φουμίζω=φημίζω). Φουμίζω = θίγομαι και θυμώνω, όπως χολούται μια προσωπικότητα, ένας φημισμένος = κάνω τον φημισμένο, εξ ού το: «λέγει φούμαρα» & β) Επίσης με την έννοια του θυμώνω (εκ του λατινικού Fumus = καπνός), θυμός.

Print

Καλατζεύω - Συντζιώνω & Συντζαίνω - Κουϊζω. Ερμηνεία και ετυμολογία λημμάτων

Καλατζεύω - Συντζιώνω - Κουϊζω : Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτωνΚαλατζεύω
Ερμηνεία: ομιλώ.
Ετυμολογία: καλώς και αυδή.
Ομιλώ καλώς = ζητώ να μάθω τα καλά
Ομιλώ φιλικά = κολακεύω (εν αντιθέσει με το αποκαλατζεύω = ομιλώ υβριστικά.
Καλά - σεύω = καλώς βάλλω εις ταχείαν κίνησιν (δια γλώσσης).

Print

Πάς Σουρμενίτες ψάλτης. Ανέκδοτο Σουρμένων Πόντου

Τα παιδιά του Κώστα Κωνσταντινίδη από τα Σούρμενα καθιστοί από αριστερά  Παναγιώτης, Σάββας και Γιάννης, όρθιοι από αριστερά Ιορδάνης, Δημήτρης, Ανέστης και Θεόδωρος στο ΒατούμΣην Τραπεζούντα σον Άη-Βασίλ’ την Εγκλησία, απ’ αδά’ κι εξήντα χρόνα̤ πρωτοψάλτες έτονε ο Γιορδάνη’ς ο Κωνσταντινάντες ο Σουρμενίτες. Ένα Κερεκή σην Εγκλησία εγίνοντονε Δεσποτιακό λειτουργία. Ο Γιορδάνης αρχίνεσε να δεβάζ’.

Print

Επαίρεν ατον σο νισ̌αν. Ποντιακή διαλεκτολογία - Ερμηνεία στίχου

Κελόνσα Σουρμένων Πόντου 1910.  Σταύρος και Ελισάβετ Καλαντίδη με τα παιδιά τους Παναγιώτη, Λεωνίδα, Αφροδίτη, Πολυξένη, και Μιχάλη.Απαντώντας σε ερώτημα φίλου, κοινοποιώ την απάντηση μου καθώς (ίσως) να ενδιαφέρει και άλλους αναγνώστες. "...Επαίρεν ατον σο νισ̌αν..." = τον σκόπευσε (από το τουρκικό nisan almak < & το περσικό nesan = σημείο-στόχος).

Print

Ο δι̤άβολον κουμπάρον. Θρύλοι και παραμύθια εξ’ Αργυρουπόλεως Πόντου. Συλλογή Π. Σαλλαπασίδη

Οικογένεια Αθανασίου Τσαπακίδη - ΠόντοςΈνας διεστραμμένος χωρέτες εποίκεν τον διάβολον κουμπάρον. Ασό έτον κουμπάρος άτ’ πάντα ελάλνε ατον σα κέφια και σα χαράντας ατ’. Ο δι̤̤άβολον άμαν ‘κ̆’ εκράτνεν την γλώσσαν ατ’.

Print

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ