Κολλημένε - Χαριφερά - Κατσίν - Εχπούλ'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Φωτογραφία Ελλήνων  Αργυρουπολιτών (Χαλδία Πόντου) προ του 1900Κολλημένε
Ερμηνεία: καμένε, κολασμένε, καταραμένε
Ετυμολογία: α) εκ του κολλώ = συνάπτω, β) κολασμένε = κόλασις, ρήμα εις την Ποντιακή: κολατίγουμαι = αμαρτάνω, και κολατισμένος (στην Κρώμνη) ενώ κολλημένος (στη Ματσούκα): «Μώ ντ’ εκόλτσες με εσύ» = Άχ, μ’ έκανες να αμαρτήσω, γ) καταραμένε = εκ του αποκολληθέντος, αποχωρισθέντος

Print

Λαλασεύω, Κάκαλα, Κουσκούρ, Πλάν'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Παιδιά Ελλήνων της Τραπεζούντας φωτογραφίζονται σε στούντιο Λαλασεύω
Ερμηνεία: χαϊδεύω, παραχαϊδεύω, χαϊδεύω σε βαθμό να ξετρελαίνω
Ετυμολογία: α) εκ του αρχαίου λαλαγώ = λαλαγή = άναρθρος φωνή, β) εκ του λάλα = παλαβή θηλυκό του παλαλός = παλαβός και η συνήθης κατάληξη -εύω, όπως απραϊα - απραεύω &  καλόγερος - καλογερεύω

Print

Καφούλ’ – Γούλα - Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Καφούλ’ – Γούλα -  Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων Καφούλ’
Ερμηνεία: θάμνος
Ετυμολογία: κατάφυλλος, κατάφυλλον, καταφύλλιον, κατ’ φούλλιν = καφούλ’ (καρυόφυλλον – καραφούλ’). Στ’ αράβικα Καφούλ = κλειστός

Print

Φουμίζω, Μανέα, Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων

Ελληνόπαιδας με μαντολίνο Κερασούντα προ του 1920Φουμίζω
Ερμηνεία: δυσαρεστούμαι, θυμώνω, δυστρωπώ. Εκ του φού-φού που εκφέρει ο θυμωμένος απ’ τα ρουθούνια του.
Ετυμολογία: α) εκ του Φημίζω (διάλεκτος Καστελλόριζου: φουμίζω=φημίζω). Φουμίζω = θίγομαι και θυμώνω, όπως χολούται μια προσωπικότητα, ένας φημισμένος = κάνω τον φημισμένο, εξ ού το: «λέγει φούμαρα» & β) Επίσης με την έννοια του θυμώνω (εκ του λατινικού Fumus = καπνός), θυμός.

Print

Καλατζεύω - Συντζιώνω & Συντζαίνω - Κουϊζω. Ερμηνεία και ετυμολογία λημμάτων

Καλατζεύω - Συντζιώνω - Κουϊζω : Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτωνΚαλατζεύω
Ερμηνεία: ομιλώ.
Ετυμολογία: καλώς και αυδή.
Ομιλώ καλώς = ζητώ να μάθω τα καλά
Ομιλώ φιλικά = κολακεύω (εν αντιθέσει με το αποκαλατζεύω = ομιλώ υβριστικά.
Καλά - σεύω = καλώς βάλλω εις ταχείαν κίνησιν (δια γλώσσης).

Print

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ